Η πειρατική κατάσχεση δύο ρωσικών δεξαμενόπλοιων με τη δικαιολογία ότι ανήκουν στον «σκιώδη» στόλο και εμπίπτουν στις αμερικανικές κυρώσεις, η κατάληψη χωρών, όπως ουσιαστικά της Βενεζουέλας, με «μεταμοντέρνο» τρόπο, οι κυρώσεις με τον νόμο CAATSA που προσλαμβάνουν μορφή παγκόσμιας δικτατορίας, ο προστατευτισμός με την απειλή και την επιβολή δασμών αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ διέρχονται κρίση και παραμένουν υπερδύναμη μόνον ως δύναμη πυρός. Διότι μια οικονομική υπερδύναμη ευνοείται από το ελεύθερο εμπόριο και την πλήρη κατάργηση των εμποδίων στη διεξαγωγή του και όχι από τον προστατευτισμό, σε πλήρη αντίθεση με τα αδύναμα κράτη.
Να θυμίσουμε ότι οι ΗΠΑ επέβαλαν το 1944 στο Bretton Woods με την GATT (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) το ελεύθερο εμπόριο προκειμένου το αμερικανικό κεφάλαιο να διεισδύσει στις αγορές των ευρωπαϊκών αποικιών που μέχρι τότε αποτελούσαν προνομιακό χώρο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
Το 1995 την GATT διαδέχθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), πάλι με υποβολέα τις ΗΠΑ. Ο ΠΟΕ οδήγησε στην υπερ-παγκοσμιοποίηση και η εγχώρια οικονομική διαχείριση από τις κυβερνήσεις, που ήταν δυνατή με την GATT, υποτάχθηκε στο διεθνές εμπόριο και στο διεθνές κεφάλαιο. Υπό τον ΠΟΕ οι παγκόσμιοι κανόνες μετατρέπονται σε εγχώριους κανόνες επισκιάζοντας τις προτεραιότητες των εθνικών κυβερνήσεων. Οταν επιβάλλεις την GATT και τον ΠΟΕ και έρχεσαι σήμερα και τα αποκαθηλώνεις, αυτό σημαίνει ότι στις συνθήκες που εσύ επέβαλες υστερείς πλέον έναντι άλλων που τις αξιοποιούν και βρίσκεσαι σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτών. Γι’ αυτό ο πρόεδρος Τραμπ στρέφεται στον προστατευτισμό.
Πώς ο ΠΟΕ έγινε μπούμερανγκ για τα αμερικανικά συμφέροντα; Ως νικητής του Ψυχρού Πολέμου εμφανίζονται οι ΗΠΑ αλλά σήμερα μετρούν τις πληγές τους. Πραγματικός θριαμβευτής ήταν ο καπιταλισμός, ο οποίος σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης γκρέμισε τα σύνορα των κρατών και κάθε εμπόδιο στην κυκλοφορία και στην κερδοφορία του κεφαλαίου, αξιοποιώντας τον ΠΟΕ. Η διάλυση της ΕΣΣΔ, του Συμφώνου της Βαρσοβίας και η απόσυρση της Μόσχας από τις ζώνες επιρροής της δημιούργησε ξαφνικά ένα τεράστιο γεωοικονομικό κενό που έσπευσε το παγκόσμιο κεφάλαιο να το καλύψει και να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά του (φτηνές πρώτες ύλες και φτηνή εργασία), εγκαταλείποντας τις ευημερούσες δυτικές κοινωνίες. Εκεί ας αναζητηθεί η αποβιομηχάνιση των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ που ψήφισαν τον Τραμπ, η αφαίμαξη των κοινωνικών κατακτήσεων στην Ευρώπη και η ακροδεξιά στροφή.
Ομως, η φυγή του κεφαλαίου και η αποβιομηχάνιση συρρίκνωσαν τις μεσαίες τάξεις, που αποτυπώνουν την ευημερία μιας κοινωνίας. Ο Emmanuel Todd στο βιβλίο του «Η ήττα της Δύσης» παραλληλίζει τις ΗΠΑ με την αρχαία Ρώμη. Γράφει ότι «η Ρώμη, όταν πήρε τον έλεγχο ολόκληρης της Μεσογείου και αυτοσχεδίασε ένα είδος πρώιμης παγκοσμιοποίησης, είχε επίσης εξαφανίσει τη μεσαία τάξη της. Η μαζική εισροή σιταριού, μεταποιημένων προϊόντων και σκλάβων στην Ιταλία είχε καταστρέψει την αγροτιά και τους τεχνίτες με τρόπο που δεν διέφερε από τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική εργατική τάξη υπέκυψε στην εισροή κινεζικών προϊόντων. Και στις δύο περιπτώσεις, συνεχίζει, μπορούμε να πούμε ότι αναδύθηκε μια κοινωνία πολωμένη μεταξύ μιας άχρηστης οικονομικά πλέμπας και μιας ληστρικής πλουτοκρατίας. Ο δρόμος προς μια μακρά παρακμή είχε πλέον χαραχτεί και παρά τις λίγες εξάρσεις ήταν πια αναπόφευκτος», καταλήγει.
Η πολιτική του προέδρου Μπάιντεν, καίτοι αντίθετη στους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου, στερούνταν απειλών και εισβολών. Με νόμο του 2022 στο όνομα της μείωσης του πληθωρισμού και της τόνωσης των επενδύσεων ενεργειακής μετάβασης (IRA) πρόσφερε 370 δισ. δολάρια ως κίνητρο για τις εταιρείες που θα μετέφεραν τις δραστηριότητές τους στις ΗΠΑ. Ενδειξη ότι το πρόβλημα όχι μόνον είχε εντοπιστεί αλλά ότι είχε λάβει καταστροφικές διαστάσεις. «Γίνεσαι αυτό που παράγεις», γράφει ο Ντάνι Ρόντρικ στο «Παράδοξο της παγκοσμιοποίησης». Ελλάδα, ακούς;
Ο Τζιοβάνι Αρίγκι κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Ο Ανταμ Σμιθ στο Πεκίνο», στη Βαλτιμόρη το 2006, είχε επισημάνει έγκαιρα ότι «το εξαιρετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ δεν είναι στρατιωτικό, που κατά την άποψή μου είναι δυσλειτουργικό δεδομένων των αποτελεσμάτων που έχει κομίσει, ούτε το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο, (αφού) οι πολυεθνικές που βρίσκονται σε βαθιά κρίση αναγκάζονται να καταφύγουν στα πλεονεκτήματα της Ανατολικής Ασίας προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευσή τους. Δεν συγκρίνεται με καμία άλλη στον κόσμο, των Ευρωπαίων είναι αξιοθρήνητη, οι Κινέζοι αρχίζουν να την αντιγράφουν αλλά έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους». Ο πρόεδρος Τραμπ όμως πυροβολεί και τα αμερικανικά πανεπιστήμια επιβάλλοντας τις δικές του απόψεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και τον πολιτισμό.
Οι υψηλοί δασμοί είχαν προστατεύσει την αναπτυσσόμενη βιομηχανία των ΗΠΑ, του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού αιώνα, έναντι των βρετανικών προϊόντων της Βιομηχανικής Επανάστασης μέχρι να γίνουν ανταγωνιστικά. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες αποβιομηχάνισης. Γι’ αυτό ο πρόεδρος Τραμπ επιδίδεται στην καταλήστευση πλουτοπαραγωγικών πηγών (Βενεζουέλα) και σε απειλές προσάρτησης νέων εδαφών (Γριλανδία, Καναδάς) με πλούσιους πόρους, ώστε να αποτελέσουν αφετηρία επανόδου για το αμερικανικό κεφάλαιο που διαφεύγει στο εξωτερικό.
