ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το δόγμα Μονρόε ανέκαθεν ήταν θεμελιώδης πυλώνας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Σήμερα, αποτελεί ζώσα στρατηγική παράδοση που απλώς προσαρμόζεται. Είχε διατυπωθεί το 1823 από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέιμς Μονρόε, σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες ήθελαν να διατηρήσουν ή να ανακτήσουν την επιρροή τους στον Νέο Κόσμο. Οι ισπανικές αποικίες της Λατινικής Αμερικής είχαν αρχίσει να αποκτούν ανεξαρτησία και οι Ηνωμένες Πολιτείες φοβούνταν ότι η Ευρώπη θα επιχειρούσε να επαναφέρει το αποικιακό καθεστώς. Ο Μονρόε δήλωνε ότι κάθε νέα ευρωπαϊκή επέμβαση ή δράση αποικιοποίησης στο δυτικό ημισφαίριο θα θεωρούνταν εχθρική πράξη κατά των ΗΠΑ.

Στην αρχική του μορφή, το δόγμα Μονρόε είχε τρεις βασικές αρχές: πρώτον, την απαγόρευση νέας ευρωπαϊκής αποικιοποίησης στην αμερικανική ήπειρο· δεύτερον, τη μη παρέμβαση των ΗΠΑ στις εσωτερικές υποθέσεις των ευρωπαϊκών κρατών· και τρίτον, την προσδοκία ότι η Ευρώπη θα σεβαστεί την πολιτική ανεξαρτησία των κρατών της Αμερικής. Το δόγμα Μονρόε δεν άργησε να μετατραπεί σε εργαλείο ηγεμονικής ισχύος. Παρότι διατυπώθηκε ως δήλωση συμφερόντων και πολιτική αμοιβαίας αποχής από εχθρικές ενέργειες, στην πράξη μετατράπηκε σε εργαλείο ηγεμονισμού που καθιέρωνε de facto τις ΗΠΑ ως εγγυητή της τάξης στο δυτικό ημισφαίριο. Στη συνέχεια, καθόρισε τις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Λατινική Αμερική και ευρύτερα τη θέση των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το δόγμα Μονρόε μετατράπηκε σε εργαλείο ενεργού παρέμβασης. Το λεγόμενο αναθεωρημένο δ0όγμα Ρούζβελτ (Roosevelt Corollary, 1904) αποτέλεσε καμπή, καθώς ο πρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν δικαίωμα προληπτικών επεμβάσεων σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, για να αποτρέπουν την «κακή διακυβέρνηση» και την ευρωπαϊκή ανάμειξη. Αυτό οδήγησε σε δεκαετίες παρεμβάσεων, στρατιωτικών, οικονομικών και πολιτικών, οι οποίες σφράγισαν τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τον αμερικανικό Νότο, και μετέτρεψαν τη Λατινική Αμερική σε εργαστήρι κοινωνικών επαναστάσεων και δικτατοριών, θέατρο πλιάτσικου των πόρων μέσω εταιρειών, αποκλίσεων από το δυτικό ημισφαίριο, υποδείγματα υπανάπτυξης, κρατικής διαφθοράς, εκμετάλλευσης και συνακόλουθης φτώχειας για τον 20ό αιώνα.

Μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως κατά τον Ψυχρό Πόλεμο το δόγμα Μονρόε ενσωματώθηκε στη στρατηγική ανάσχεσης του κομμουνισμού. Η Σοβιετική Ενωση αντιμετωπίστηκε ως απειλή για το δυτικό ημισφαίριο, ενώ κρίσεις, όπως αυτή της Κούβας το 1962 ή της ανατροπής του Αλιέντε στη Χιλή, κατέδειξαν τη διαρκή σημασία του δόγματος για την αμερικανική ασφάλεια.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η σημασία του δόγματος Μονρόε φάνηκε να υποχωρεί. Οι ΗΠΑ εστίασαν στη διεθνοποίηση, στην παγκοσμιοποίηση και σε πολυμερείς θεσμούς (π.χ. ΠΟΕ). Δηλαδή, σε στρατηγικές που σήμερα ο Τραμπ τις θεωρεί εσφαλμένες και καταστροφικές για τις ΗΠΑ. Η Λατινική Αμερική αντιμετωπίστηκε συχνά ως δευτερεύουσα προτεραιότητα. Αυτό το κενό επιρροής εκμεταλλεύτηκαν νέοι παίκτες, κυρίως η Κίνα και σε μικρότερο βαθμό η Ρωσία, οι οποίοι επένδυσαν σε υποδομές, ενέργεια, δάνεια και στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία στην περιοχή.

Σήμερα, το «Trump Corollary», δηλαδή το αναθεωρημένο «συνεπακόλουθο δόγμα Τραμπ», χρησιμοποιείται για να περιγράψει την επιθετική και γεωοικονομικά προσανατολισμένη εκδοχή του δόγματος Μονρόε, προσαρμοσμένη στις συνθήκες του 21ου αιώνα –κυρίως όπως τις αντιλαμβάνεται ο πρόεδρος Τραμπ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για νεοαποικιοκρατία, ιμπεριαλισμό, πλιάτσικο και πειρατεία. Το αναθεωρημένο δόγμα Τραμπ έκανε την επίσημη εμφάνισή του στο έγγραφο «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ», τον Νοέμβριο του 2025. Σύμφωνα με τη στρατηγική Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να επαναβεβαιώσουν την προεξάρχουσα θέση τους στο δυτικό ημισφαίριο και να αποτρέψουν την εδραίωση ανταγωνιστικών δυνάμεων –κυρίως της Κίνας και δευτερευόντως της Ρωσίας– σε κρίσιμους τομείς όπως είναι η ενέργεια, τα πετρέλαια, τα λιμάνια, τα εμπορικά δίκτυα, τα επικοινωνιακά δίκτυα και οι πρώτες ύλες.

Στον πυρήνα του δόγματος Τραμπ βρίσκεται η αντίληψη ότι η ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκινά από τη γεωγραφική τους γειτονιά. Η παρουσία κινεζικών εταιρειών στη Λατινική Αμερική αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός κίνδυνος. Τα κράτη της περιοχής δεν μπορούν να είναι κυρίαρχα. Η προσέγγιση θέτει σαφή όρια: είτε συνεργασία και ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ του Τραμπ, είτε εχθρική αντιμετώπιση, περιορισμένη πρόσβαση στις αμερικανικές αγορές, στην εξεύρεση χρηματοδοτικών κεφαλαίων και στην τεχνολογία. Το δόγμα Τραμπ (Trump Corollary) επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο παραβιάσεις εθνικής κυριαρχίας των μη ευθυγραμμισμένων ηγεσιών, μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων τύπου «Absolute Resolve» –όπως βαφτίστηκε η επιχείρηση απαγωγής του Μαδούρο για να δικαστεί ως ναρκέμπορος στις ΗΠΑ.

Είτε θεωρηθεί προσαρμογή, όπως ισχυρίζεται ο Τραμπ, προκειμένου να γίνει «μεγάλη ξανά η Αμερική», είτε αναχρονιστική επαναφορά σφαιρών επιρροής, όπως ισχυρίζονται (κρυφά ή ανοιχτά) όλοι οι άλλοι, αποτελεί ένδειξη ότι η γεωπολιτική του δυτικού ημισφαιρίου έχει επιστρέψει στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης. Ομως, ποιος θα είναι ο επόμενος; Η Κολομβία, η Κούβα, το Ιράν;