Ο λόγος για τον (και διεθνή) κεντρικό και βασικό νομικό θεσμό αντεγκληματικής πολιτικής, την «υφ’ όρον απόλυση» του καταδίκου από τις φυλακές (άρθρο 105Β του Ποινικού Κώδικα). Το θέμα αναδύθηκε στην επιφάνεια και στο προσκήνιο της επικαιρότητας με αφορμή βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο αποφυλακίσθηκε (με όρους) ο πολυϊσοβίτης Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, μετά πραγματική κράτηση 24 ετών, σε εκτέλεση ποινικής καταδικαστικής απόφασης για την τρομοκρατική δραστηριότητα της «17 Νοέμβρη».
Εννοείται ότι η ποινή του δεν διαγράφηκε, ούτε χαρίσθηκε, αλλά μετέστη σε ένα ιδιάζον, μακράς χρονικής διάρκειας, δοκιμαστικό στάδιο έκτισης υπό καθεστώς περιορισμένης ελευθερίας, με «επικρεμάμενες» τις σοβαρές συνέπειες της ανάκλησης και άρσης της απόλυσης, σε περίπτωση που η δοκιμασία του δεν διαδράμει επιτυχώς (άρθρα 107, 108 και 109 του Ποινικού Κώδικα). Βεβαίως, δεν συνιστά πρόθεσή μας η νομική ανάλυση, που άλλωστε και όλως προδήλως αδόκιμη, στα πλαίσια του παρόντος, παρίσταται, ούτε η επίδοσή μας σε διεξοδική παράθεση του κανόνα της ομοίας συναφώς διεθνούς θεσμικής πρακτικής, που, σημειωτέον, σταθερώς υποστηρίζει και επιρρωνύει και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συμπυκνούμενη στο ότι τα ισόβια δεν πρέπει να είναι χωρίς κινούν ψυχολογικό ελατήριο ηθικοβελτιωτικής κατευθυντήριας τάσης, χωρίς αληθινή προοπτική αποφυλάκισης και, εν τέλει, «χωρίς ελπίδα» για τον κατάδικο.
Σίγουρα κατανοητές και εύλογες οι από πλευράς των οικείων των θυμάτων εκδηλωθείσες, στο άκουσμα της συγκεκριμένης αποφυλάκισης, αντιδράσεις και, ομοίως, φυσικά και αναμενόμενα τα ανάμικτα συναισθήματα αρνητικής έκπληξης και απογοήτευσης που αυτοί εξέφρασαν, κάτι άλλωστε που συμβαίνει και χαρακτηρίζει τον θυματικό κύκλο και σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις της υφ’ όρον απόλυσης δραστών αποτρόπαιων, στυγερών και συνταρακτικών εγκλημάτων, πέραν και ανεξαρτήτως του (για ευνοήτους λόγους και κατά κανόνα) μη προσφόρου ευρύτερης δημοσιότητας του ζητήματος στην τελευταία περίπτωση.
Ωστόσο, και χωρίς τίποτε να παραθεωρούμε ή να υποτιμούμε, αιτία του παρόντος απετέλεσε η δημοσίως (με αφορμή την αποφυλάκιση Γιωτόπουλου) διατυπωθείσα πρόθεση ανάληψης θεσμικής πρωτοβουλίας, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, για επεξεργασία νομοθετικής ρύθμισης επαύξησης (από 25 έτη, που είναι, στα 30 έτη) του ελαχίστου πραγματικώς εκτιτέου μέρους της ποινής, στις περιπτώσεις που κρίνεται η χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης σε πολυϊσοβίτες κρατουμένους καταδίκους.
Αν και η «μελέτη ανάληψης» ή η «ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών» αυστηροποίησης των ποινικών προβλέψεων που ισχύουν τείνει, λόγω της αύξουσας συχνότητας και επαναληπτικότητάς της, να καταστεί αρνητική έξη και παθογενές χαρακτηριστικό της «παρ’ ημίν» νομοθετικής λειτουργίας, που αν μη τι άλλο και κατ΄ ελάχιστον αποδεικνύει πρόχειρη και επιπόλαιη προσέγγιση βασικών ποινικών νομοθετημάτων και ρυθμίσεων, θα επιχειρήσουμε μια ειδικότερη εξεταστική θεώρηση του αντικειμένου της συγκεκριμένης «νομοθετικής πρωτοβουλίας» που αναγγέλθηκε, επισημαίνοντας αδρά τα ακόλουθα:
Οποιαδήποτε νέα ρύθμιση (και το τριακονταετές ελάχιστο), ως ουσιαστική, θα ισχύσει από την ψήφισή της και εφεξής, για μελλοντικούς καταδίκους (άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα).
Επειδή όμως ο χρόνος «ρέει» ακάθεκτος και τίποτε δεν τον συγκρατεί, «κραδασμοί» και αντιδράσεις που προκάλεσε η περίπτωση του Γιωτόπουλου θα προκληθούν (με τη συμπλήρωση της τριακονταετίας) και με άλλες μελλοντικές περιπτώσεις κρατουμένων καταδίκων. Όπως, επίσης, η περίπτωση του Γιωτόπουλου θα εγείρει όμοιες δυσφορίες και αντιδράσεις και το επόμενο έτος, με τη συμπλήρωση πραγματικής 25ετίας (στην περίπτωση που ο ελάχιστος χρόνος πραγματικής κράτησης έχει υπολογισθεί εσφαλμένα με το βούλευμα αποφυλάκισης), αφού και τότε (επόμενο έτος), λογικώς και εν δυνάμει, θα εξακολουθήσουν πληρούμενες ή θα πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αποφυλάκισής του με όρους.
Eνδεχόμενη, εξ άλλου, σκέψη (κινητήρια για τη θέσπιση ελάχιστου τριακονταετίας) κατά την οποίαν, εάν αυτή (τριακονταετία) ίσχυε ήδη, ο Γιωτόπουλος θα πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις υφ’ όρον απόλυσης περί το τέλος της (απαμβλυντικής, αν όχι εξουδετερωτικής των αντιδράσεων) ένατης δεκαετίας της ζωής του, τυγχάνει εσφαλμένη, και τούτο καθ’ όσον το ζήτημα θα παρέμενε ίδιο και απαράλλακτο στις περιπτώσεις ομοίων ή αναλόγων καταδίκων, που έχουν όμως αναπτύξει την εγκληματική τους δραστηριότητα στη φάση της νεαρής ηλικίας τους και, έτσι, διάγοντες (και με την τριακονταετία) ακόμη ηλικία νεότητας, θα εκρίνοντο αποφυλακιστέοι εν δυνάμει.
Τί θα γινόταν στις περιπτώσεις αυτές; Θα υπήρχε και πάλι προσφυγή στις «νομοθετικές πρωτοβουλίες» επαύξησης του ελαχίστου χρόνου πραγματικής κράτησης, που πέραν ενός ορίου και εξ αντικειμένου οδηγεί, ουσιαστικώς και κατά το μάλλον ή ήττον, σε πραγματική έκτιση των ισοβίων, λαμβανομένου υπ΄ όψη και συνεκτιμωμένου του προσδόκιμου και του μέσου όρου ζωής του ανθρώπου;
Δεν νοείται η «νομοθετική πρωτοβουλία» να παρέχει την εντύπωση ότι ενεργοποιείται χωρίς την απαιτούμενη ψύχραιμη και ώριμη σκέψη, αλλά εν θερμώ, χωρίς σχεδιασμό και σφαιρική εξέταση όλων των συντρεχόντων δεδομένων, με μόνο έναυσμά της την «γεγονοτογονία» της επικαιρότητας.
Τούτο δε και πολλώ μάλλον όταν η ισχύουσα, ήδη, για την υφ΄ όρον απόλυση γενική ρύθμιση προβλέπει, υπερκαλύπτει και διασφαλίζει τη δυνατότητα πραγματικής κράτησης του κάθε καταδίκου για όσον τούτο κρίνεται αναγκαίο και επιβεβλημένο να συμβεί και πέραν ακόμη του ελαχίστου πραγματικώς εκτιτέου για κάθε κατηγορία κρατουμένων. (Σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, με τον τίτλο “Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της απόλυσης”, «Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μη χορηγηθεί αν κριθεί ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος κατά την έκτιση της ποινής του, σε συνδυασμό με τη διάγνωση της πιθανότητας επανάληψης του εγκλήματος κατά τον χρόνο δοκιμασίας, όπως προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, σε σχέση με την εκτίμηση των ατομικών και κοινωνικών περιστάσεων του καταδικασθέντος, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων»).
Με δεδομένο, συνεπώς, το ισχύον για τους πολυϊσοβίτες ελάχιστον πραγματικώς εκτιτέο της 25ετίας, θα μπορούσε καθένας από αυτούς (και ο Γιωτόπουλος, εν προκειμένω) να παραμείνει (και μετά τη συμπλήρωση του παραπάνω ελαχίστου χρόνου) κρατούμενος και να απορριφθεί η αίτησή του για ουσιαστικούς λόγους, ως προς τη συνδρομή των οποίων, όμως, το δικαστικό συμβούλιο (ασκήσαν κατά νόμον την διακριτική του ευχέρεια) έχει ήδη αποφανθεί θετικά.
Αν και τα «αδιέξοδα» δεν είναι πραγματικά αλλά εικονικά, φέρονται, παρά την εικονικότητά τους, να λειτουργούν ως «εφαλτήρια» σπασμωδικών αντιδράσεων, που από πολλούς χαρακτηρίζονται ως «ποινικός λαϊκισμός». Ωστόσο, η λύση υφίσταται και εμπεριέχεται στα ήδη θεσμοθετημένα και ισχύοντα, με την «πεμπτουσία» της να ακούει στο όνομα «διακριτική ευχέρεια» του δικαστικού συμβουλίου, που ορθώς χαρακτηρίζεται ως «βαλβίδα ασφαλείας» της δικαστικής κρίσης.
Μεγίστη και θεμελιώδους σημασίας η δικαστική ευθύνη ως προς την ορθή και σώφρονα άσκησή της, με ειδική και
εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στη βάση πάντα αξιολόγησης βασισμένης σε παραμέτρους εγκληματολογικής ανάλυσης και σε εγκληματολογικά κριτήρια. Και, σίγουρα, τα τελευταία αυτά δεν μπορεί να τα υποκαταστήσουν προσεγγίσεις συγκυριακών συναισθηματικών εντυπώσεων και συναφών επηρειών, ούτε τα πάσης φύσεως «ιδεολογήματα».
Κάθε κρατούμενος κατάδικος συνιστά ατομική μοναδικότητα, χωριστή προσωπικότητα με τις επί μέρους συνιστώσες και τις κατ΄ ιδίαν παραμέτρους αυτής, που συγκροτούν, συνδυαστικώς και ως σύνολο, την έννοια της μοναδικής του ταυτότητας και μόνον έτσι πρέπει να κρίνεται και να αντιμετωπίζεται, ενώ και η επί του θέματος διεθνής εμπειρία και η αντίστοιχη πρακτική δεν πρέπει να παραθεωρείται ή να αγνοείται σχετικώς.
Η Συντεταγμένη Πολιτεία θέσπισε ως ελάχιστο χρόνο πραγματικής κράτησης για τους πολυϊσοβίτες την 25ετία. Τι άραγε συνέβη και τι το απρόβλεπτο (εν σχέσει με την προηγούμενη ρύθμιση) επήλθε, για να τίθεται μέσα σε χρονικό διάστημα ολίγων μόλις ετών ζήτημα τριακονταετίας;
Σίγουρα, πάντως, και κατά την θέσπιση της 25ετίας δεν αγνοούνταν η ύπαρξη πολυϊσοβιτών καταδίκων, ούτε η ύπαρξη καταδίκων της κατηγορίας του Γιωτόπουλου.
*Ο Γρηγόρης Ζ. Πεπόνης είναι Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.
