Το γνωστό κεμαλικό δόγμα «ειρήνη στην Τουρκία, ειρήνη στον κόσμο» μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σίγουρα θα πρέπει να θεωρηθεί και μέσα από το πρίσμα της αλληλεπίδρασης εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής και, συνεπώς, της χρήσης της πρώτης για εσωκομματικούς ανταγωνισμούς και παιχνίδια εξουσίας και διαδοχής. Δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο ή ξεχωριστό εδώ, θα μπορούσε πει κανείς. Σε κλειστά, αυταρχικά καθεστώτα, όμως, σαν αυτό της Τουρκίας, ο αγώνας διαδοχής μπορεί να αποκτήσει χαρακτηριστικά πολύ μεγάλης έντασης, ακόμη και ανθρωποφαγικά, και να εμφανίσει τα σημάδια του ακόμη και στο πεδίο της εθνικής κυριαρχίας (προνομιακό χώρο άσκησης πολιτικής τόσο για την κυβέρνηση, όσο και για την αντιπολίτευση). Και θα ήταν βεβαίως μεγάλο λάθος η παρανάγνωση αυτών των σημείων, η εσφαλμένη ερμηνεία τους μόνο ως ενδείξεις αδυναμίας ή περιθωριοποίησης ή προσπάθειας σωφρονισμού της γείτονος από δυνατούς προστάτες.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα, πυκνό σε γεγονότα, καταγράφεται συχνά στα τουρκικά ΜΜΕ (κυβερνητικά στην πλειονότητά τους) ένας έντονος εκνευρισμός για την αδυναμία επαρκούς αντιμετώπισης κρίσεων. Ξεκινώντας από τη σφοδρή επίθεση κατά του Ισραήλ (κυρίως) για την πρόσφατη τριμερή σύνοδο με την Ελλάδα και την Κύπρο και την αδυναμία ανάσχεσης της επέκτασης της ισραηλινής επιρροής στη Συρία και φτάνοντας ώς τα κενά ασφαλείας που έγιναν αντιληπτά από την εισχώρηση ρωσικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών βαθιά στο τουρκικό έδαφος (τρία ξεχωριστά επεισόδια μέσα σε πέντε μέρες), οι κρίσεις αυτές αποκαλύπτουν και τις ρηγματώσεις στο εσωτερικό του ερντογανικού βαθέος κράτους – ρηγματώσεις που θα γίνονται βαθύτερες όσο η κούρσα της διαδοχής (μεταξύ Μπιλάλ, Φιντάν και των δυο προεδρικών γαμπρών) θα γίνεται εντονότερη.
Ο αμήχανος Χακάν Φιντάν
Οι αντιθέσεις αυτές έχουν αποκτήσει και την πλέον χαρακτηριστική τους εικόνα: το αμήχανο πρόσωπο του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν καθώς τον διέκοπτε ο Σύρος ομόλογός του, Ασάαντ Χασάν αλ – Σιμπάνι, εν μέσω σφοδρών κατηγοριών κατά του Ισραήλ. Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει το επεισόδιο ως συμβολικό της προσπάθειας απογαλακτισμού της συριακής κυβέρνησης από τουρκικές παρεμβάσεις – ή και ως άλλο ένα «άδειασμα» του ισχυρού άνδρα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, σε ένα σίριαλ που, το τελευταίο χρονικό διάστημα, γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον.
Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο αναφοράς, έχουν ενταθεί στα τουρκικά ΜΜΕ οι επιθέσεις κατά του Φιντάν για τη στάση του στο Κουρδικό – πιο συγκεκριμένα, για την ξεκάθαρη άρνησή του να συναντηθεί με την ηγεσία του συρο-κουρδικού SDF στη Συρία. Αυτή η στάση που, σε άλλες εποχές, θα παρουσιαζόταν ως ενδεικτική της σθεναρής και περήφανης εθνικής πολιτικής της γείτονος (μιας πολιτικής άρνησης συνεννόησης με τους τρομοκράτες), στιγματίζεται ως διαφοροποίηση από την ειρηνευτική προσέγγιση Ερντογάν – Μπαχτσελί(!), μια διαφοροποίηση που κινδυνεύει, κατά τους επικριτές του Φιντάν, να δυναμιτίσει την πορεία εφαρμογής της συμφωνίας της 10ης Μαρτίου και να καταστρέψει την, κατά τον Ερντογάν, εποποιία της νέας τουρκοκουρδικής φιλίας.
Και επειδή κάθε σίριαλ δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένο αν του λείπουν στοιχεία αισθησιασμού και παραβατικότητας (και βεβαίως από τον κανόνα αυτόν δεν εξαιρούνται οι τουρκικές σαπουνόπερες), η Τουρκία ζει από τις αρχές Δεκεμβρίου στον αστερισμό του σκανδάλου Μεχμέτ Ακίφ Ερσόι, γενικού διευθυντή, μόλις στα 40 του, του τηλεοπτικού σταθμού Habertürk TV, γνωστού δημοσιογράφου, ανθρώπου με προνομιακή πρόσβαση σε συγκεκριμένες πηγές πληροφοριών (προερχόμενες βεβαίως από τις μυστικές υπηρεσίες).
Κατά ΜΙΤ, κατά κύρη…
Ο Μεχμέτ Ακίφ Ερσόι είναι γιος του Ναντίρ, που τη δεκαετία του ’60 είχε συμμετάσχει σε εθνικιστικές, αντικομμουνιστικές οργανώσεις και που, από τότε, διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με τη ΜΙΤ. Αργότερα, συμμετείχε στη λειτουργία της οργάνωσης Σελάμ Τεβχίντ, της οποίας μέλη κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Ουγούρ Μουμτζού το 1993. Με σαφή αντιδυτικό προσανατολισμό, που οι ιδεολογικές του καταβολές ανιχνεύονται στην ιδεολογία του ευρασιανισμού του Ντογού Περιντσέκ, και με έντονη παρουσία και στον βρόμικο πόλεμο κατά του PKK και των Κούρδων. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης στις αρχές της δεκαετίας 2010 (με την καταγραφή συνομιλιών άνω των 300 ατόμων, μεταξύ αυτών και του ίδιου του Ερντογάν) σταμάτησε με την αναστροφή των κατηγοριών και τις συλλήψεις των υπεύθυνων εισαγγελέων και ανακριτών (και τη στοχοποίησή τους ως μελών της οργάνωσης του Φετουλάχ Γκιουλέν).
Η άνοδος του Μεχμέτ Ακίφ ήταν κατακόρυφη. Ηταν ο άνθρωπος που πήρε την τελευταία συνέντευξη του Μουαμάρ Καντάφι λίγο πριν από τον θάνατό του το 2011, ένας από τους τέσσερις που παραστάθηκαν στη συμβολική καταστροφή των όπλων του PKK τον Ιούλιο του 2025, το χρυσό παιδί που μάθαινε τα πάντα, που διατηρούσε επαφές με τους πιο σκοτεινούς κύκλους της ευρύτερης περιοχής, που είχε περάσει, σύμφωνα με τον ίδιο του τον πατέρα, διετή στρατιωτική εκπαίδευση στη Συρία (κατά τη διάρκεια του εμφυλίου).
Και ξαφνικά η πτώση: ναρκωτικά, ροζ σκάνδαλα, εκβιασμοί, εξαναγκασμοί σε σεξ, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Μια πτώση που παρασέρνει αυτόν, τουλάχιστον άλλα δέκα άτομα (δημοσιογράφους, παρουσιαστές και το «φαινόμενο» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης Σερτζάν Γιασάρ) και ίσως και τον πάτρωνά του, τον Χακάν Φιντάν.
*Kαθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
