Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«La haine attise la haine!» («Το μίσος γεννάει μίσος») έλεγε πριν από περίπου 20 χρόνια ο Ουμπέρτ, ο πιο ήσυχος, πιο στοχαστικός και πιο σοφός από τους τρεις Γάλλους τινέιτζερ –παιδιά μεταναστών- που πρωταγωνιστούσαν στην προφητική ομώνυμη ταινία του Ματιέ Κασοβίτς.

Θέμα της ταινίας ο αγώνας επιβίωσης τριών φίλων στα λαϊκά προάστια-γκέτο του Παρισιού. Αδέκαροι, χωρίς πρόσβαση σε εργασία, σπουδές και εκπαίδευση, αντιμέτωποι σε καθημερινή σχεδόν βάση με τη βία της αστυνομίας, οι τρεις νέοι αποτελούν τον ορισμό του κοινωνικού αποκλεισμού, είναι το «προοίμιο» μιας χαμένης γενιάς στην Ευρώπη.

Τους θυμήθηκα βλέποντας τα πρόσωπα, τις ηλικίες και την κοινωνική προέλευση των αυτουργών του αποτρόπαιου εγκλήματος στο Παρίσι.

Μαζί θυμήθηκα και κάποια οικονομικά στατιστικά στοιχεία. Μεταξύ 2007 και 2013 η επίσημη ανεργία στους νέους κάτω των 25 ετών εκτοξεύτηκε στην Ε.Ε. από 15,7% στο 23,4%.

Στις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, ξεπέρασε το 60%.

Σήμερα περίπου 4,5 εκατομμύρια νέοι της Ε.Ε. βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας. Εξ αυτών τα 3,1 εκατομμύρια είναι πολίτες της ευρωζώνης.

Ακόμη περισσότεροι είναι αυτοί που δουλεύουν σε δουλειές του ποδαριού ως «ενοικιαζόμενοι», part-timers ή με «μηδενικά ωράρια» εργασίας, ανασφάλιστοι και με εξευτελιστικές αμοιβές που δεν τους επιτρέπουν να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή.

Αλλοι πάλι έχουν βαρεθεί να καταγράφονται ως άνεργοι στις σχετικές λίστες των αρμόδιων γραφείων και περιφέρονται άσκοπα στους δρόμους των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων.

To βραδύκαυστο φιτίλι αυτής της κοινωνικής ωρολογιακής βόμβας σιγόκαιγε έκαιγε εδώ και χρόνια. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το γνώριζαν, είχαν πάρει τα μηνύματα από τις εξεγέρσεις και τις ταραχές σε Παρίσι, Λονδίνο, Αθήνα μετά το 2005.

Δεν έκαναν όμως τίποτα. Από το 2013 ξόδεψαν μόλις 6 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση της νεανικής ανεργίας ενώ σήμερα διστάζουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη ακόμη για την παράταση των υπάρχοντων υποτυπωδών προγραμμάτων στήριξης. Αντίθετα, για τη σωτηρία των ιδιωτικών τραπεζών και των μετόχων τους ξόδεψαν -και συνεχίζουν να ξοδεύουν- τρισεκατομμύρια ευρώ.