ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστόδουλος Στεφανάδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολλοί αναλυτές έχουν επισημάνει ότι η Ελλάδα, εξαιτίας των τεσσάρων αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας, έχασε μεγάλα ευρωπαϊκά ρεύματα ιδεών και μετασχηματισμών, όπως την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Ίσως, όμως, η σημαντικότερη κληρονομιά αυτής της περιόδου να είναι η αδυναμία συγκρότησης ισχυρών και αποτελεσματικών θεσμών, μια συνέπεια λιγότερο ορατή αλλά πολύ πιο διαρκής, η οποία εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομία έως σήμερα.

Οι νομπελίστες οικονομολόγοι Daron Acemoglu, Simon Johnson και James Robinson διακρίνουν ανάμεσα σε δύο βασικές κατηγορίες θεσμών, δηλαδή σε συμπεριληπτικούς και απομυζητικούς (ή εξορυκτικούς) θεσμούς. Οι συμπεριληπτικοί θεσμοί αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό των σχετικά λίγων πλούσιων οικονομιών του κόσμου. Εξασφαλίζουν το Κράτος Δικαίου και επιτρέπουν σε ευρείες κοινωνικές ομάδες να συμμετέχουν στην οικονομική ζωή υπό σχετικά δίκαιους κανόνες. Έτσι, η ατομική επιτυχία συνδέεται με την καινοτομία και τον παραγωγικό ανταγωνισμό, υπηρετώντας τελικά και το συλλογικό συμφέρον (σε μια διαδικασία που θυμίζει το «αόρατο χέρι» του Adam Smith). Γι’ αυτό, τέτοιες οικονομίες τείνουν να είναι τόσο πιο δίκαιες όσο και πιο πλούσιες.

Δυστυχώς, αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Η πλειονότητα των χωρών του κόσμου χαρακτηρίζεται από (λίγο έως πολύ) απομυζητικούς θεσμούς. Εκεί, η ατομική επιτυχία αποκλίνει από το κοινό καλό, καθώς εξαρτάται υπερβολικά από πολιτικές διασυνδέσεις, προνόμια και τη μεταφορά πλούτου ή ευκαιριών από τους πολλούς προς μια μειοψηφική ελίτ. Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων λειτουργεί αυτή η απομυζητική διαδικασία είναι πολλοί.

Ένα παράδειγμα είναι το δημοσιονομικό κανάλι, δηλαδή η κατασπατάληση δημόσιων πόρων, οι πελατειακές δαπάνες και η διαφθορά. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η ανοχή μονοπωλίων και καρτέλ που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και επιβαρύνουν την υπόλοιπη οικονομία. Σε τέτοιου είδους θεσμικά περιβάλλοντα, το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν κατευθύνεται προς δημιουργικές δραστηριότητες που παράγουν νέο πλούτο, αλλά προς δραστηριότητες που, σε μεγάλο βαθμό, απλώς αναδιανέμουν ή μεταφέρουν υπάρχοντα οφέλη. Το αποτέλεσμα είναι οικονομίες στατικές, οι οποίες είναι λιγότερο δίκαιες, αλλά και φτωχότερες.

Έπως τονίζουν οι παραπάνω οικονομολόγοι, η Ιστορία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των θεσμών. Οι λεγόμενες «ιστορικές συγκυρίες» ή «ιστορικά ατυχήματα» συχνά έχουν μακρά σκιά και επηρεάζουν βαθιά την πορεία των κοινωνιών. Για παράδειγμα, στη Βόρεια Αμερική, ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες οδήγησαν χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς στην ανάπτυξη σχετικά συμπεριληπτικών θεσμών (παρά τις όποιες ατέλειές τους). Αντίθετα, μεγάλα τμήματα της Λατινικής Αμερικής εγκαθίδρυσαν περισσότερο απομυζητικούς θεσμούς, με αρνητικές συνέπειες που παραμένουν αισθητές μέχρι σήμερα.

Επίσης, οι θεσμοί, συμπεριληπτικοί ή απομυζητικοί, τείνουν να παρουσιάζουν μεγάλη αδράνεια. Ο λόγος είναι ότι οι κοινωνικές ομάδες ή ελίτ που ωφελούνται από ένα συγκεκριμένο σύστημα διαθέτουν ισχυρά κίνητρα να το διατηρήσουν, ακόμη και όταν, όπως στην περίπτωση των απομυζητικών θεσμών, αυτό επιβαρύνει το σύνολο της οικονομίας. Έτσι, τα ιστορικά ατυχήματα και οι ιστορικές κληρονομιές τείνουν να αναπαράγονται επί δεκαετίες ή ακόμα και αιώνες. Οι κοινωνίες συχνά παγιδεύονται σε έναν φαύλο κύκλο αναπαραγωγής των ίδιων αδυναμιών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η οθωμανική κυριαρχία θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κρίσιμη αρνητική ιστορική κληρονομιά για την Ελλάδα, μεταξύ άλλων. Επίσης, μετά την απελευθέρωση, το εγχείρημα του Ιωάννη Καποδίστρια αποτέλεσε μια σημαντική ευκαιρία για θεσμικό εκσυγχρονισμό και αλλαγή πορείας. Όμως, η ήττα και η δολοφονία του Καποδίστρια, οι οποίες συνέβαλαν στην αναπαραγωγή θεσμικών αδυναμιών, συνιστούν ένα επιπρόσθετο αρνητικό ιστορικό ατύχημα σε μια κρίσιμη περίοδο με επιπτώσεις που εξακολουθούν να συζητούνται μέχρι σήμερα.

Δυστυχώς, από την εποχή του Καποδίστρια και παρ’ όλες τις θετικές προσπάθειες ή επιτυχίες που υπήρξαν κατά διαστήματα, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε πλήρως να οικοδομήσει τους σύγχρονους συμπεριληπτικούς θεσμούς που αναπτύχθηκαν σε αρκετές δυτικές κοινωνίες. Η σχετική θεσμική αδυναμία παραμένει έως σήμερα ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και ίσως ένα από τα βασικότερα στοιχεία που τη διαφοροποιεί από τις πλέον επιτυχημένες ευρωπαϊκές χώρες.

Η υπέρβαση αυτής της κληρονομιάς δεν είναι εύκολη. Απαιτεί πολιτική βούληση, κοινωνική συναίνεση και, κυρίως, την κατανόηση ότι η μακροχρόνια οικονομική ευημερία δεν οικοδομείται πάνω σε προνόμια και εξαιρέσεις, αλλά πάνω στη συμπερίληψη και σε κανόνες που ισχύουν για όλους. Αν η Ελλάδα θέλει να συγκλίνει ουσιαστικά με τις πιο επιτυχημένες οικονομίες της Δύσης, ο δρόμος περνά αναγκαστικά μέσα από την ενίσχυση των θεσμών της.

*Καθηγητής Οικονομικών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς