Η έννοια του υπόπτου είναι η πλέον «προβληματική» μεταξύ εκείνων που χρησιμοποιούνται στο ποινικοκατασταλτικό σύστημα, αλλά και στη ζωή.
Με αυτήν προσδιορίζεται η πιθανότητα ευθύνης κάποιου ως δράστη ενός συγκεκριμένου περιστατικού.
Ο χαρακτηρισμός και μόνον κάποιου ως υπόπτου κινητοποιεί μια σειρά λογικών ή και παράλογων κάποτε συνειρμών, που συνδέουν το συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα με μια πράξη ή δράση, συχνά προσχεδιασμένη.
Ο χαρακτηρισμός έχει τόση δύναμη, που η «ετικετοποίηση» και μόνον κάποιου ως υπόπτου δημιουργεί βεβαιότητες για την ενοχή του και η «ρετσινιά», το «στίγμα» τον ακολουθεί για πολύ καιρό, ακόμα και όταν δεν αποδεικνύεται τελικά η ενοχή και η Δικαιοσύνη έχει αποφανθεί για την αθωότητά του.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι όμως η εξωποινική χρήση της εν λόγω έννοιας: πέρα από συγκεκριμένες πράξεις, η εμφάνιση, οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής συντελούν ώστε, αυθαίρετα και αυτόματα, κάποιοι άνθρωποι να ταυτίζονται στην κοινή συνείδηση με την αντικανονικότητα, την απειλή και το έγκλημα, δηλαδή στερεοτυπικά, επειδή ανήκουν σε μια ομάδα.
Η εξωποινική χρήση μιας ποινικής έννοιας διαμορφώνει κοινωνικές συναινέσεις. Συχνά η δημόσια ζωή, οι απόψεις για την πολιτική, τους πολιτικούς, τους «άλλους» διαμορφώνονται με βάση λεξιλόγια και πεποιθήσεις υποψίας, συνειρμούς που ακόμα και όταν καταρρέουν, είναι αδύνατον να ξεκολλήσουν τη ρετσινιά του υπόπτου.
Πώς, όμως, χαρακτηρίζεται κάποιος ως ύποπτος, όχι ποινικά αλλά κοινωνικά; Πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία.
Αρχίζει με τη μιντιακή ανάδειξη καταστάσεων ως δημόσιου προβλήματος ή κινδύνου, ανεξάρτητα από την πραγματική προσβολή, έπεται ο ποινικός χαρακτηρισμός του και ταυτόχρονα διαμορφώνεται η κοινωνική διάσταση της υποψίας.
Αυτή επικεντρώνεται σε άτομα που «φέρεται να έχουν» χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές επικίνδυνες: η υποψία διευρύνεται και στρέφεται εύκολα στον γείτονα, τον περίεργα φερόμενο ή τον αντιφρονούντα, τον πολιτικό που κάνει -ή δεν κάνει- κάτι ασύμβατο με την κυρίαρχη αντίληψη, πάντοτε όμως στους πλέον ευάλωτους.
Μάλιστα σε φαινόμενα οργανωμένης παρανομίας (οργανωμένο έγκλημα, κρατικό-εταιρικό έγκλημα, εγκλήματα του κράτους), εκτίθενται και στιγματίζονται ως ύποπτοι (και κατά κανόνα αυτοί συλλαμβάνονται και καταδικάζονται) τα πλέον περιφερικά, ορατά και ευάλωτα μέλη μιας ομάδας ή ενός δικτύου, εκείνα που πέρα από κάθε αμφιβολία «εύλογα» θα χαρακτήριζε ο καθένας υπόπτους: δηλαδή, στερεοτυπικά ή με βάση το γεγονός ότι είναι τόσο «απροστάτευτοι», που δεν φρόντισαν να καλύψουν τα νώτα τους.
Οπως καταλαβαίνουμε, όταν αυτή η διαδικασία δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης και άρα δεν περιβάλλεται τις εγγυήσεις της, οι «ύποπτοι» έχουν καταδικαστεί ήδη κοινωνικά, πολιτικά και ηθικά πριν ακόμα παρέμβει η Δικαιοσύνη, πόσο μάλλον όταν τελικά δεν παρεμβαίνει η Δικαιοσύνη και η υπόθεση αφορά άμεσα ή έμμεσα πολιτικά ζητήματα.
Τότε η κοινωνική συναίνεση δεν διαμορφώνεται πια με βάση τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά με βάση την υποψία, ανοίγοντας δρόμο σε αιτήματα αντιδημοκρατικά, αντισυνταγματικά και κυρίως «ανθρωποφαγικά».
Η δημόσια ζωή στην Ελλάδα χρόνια τώρα χαρακτηρίζεται από ανάλογα φαινόμενα.
Καλλιεργήθηκαν νοοτροπίες δυσανεξίας, απαξίωσης ή χλευασμού του «άλλου» που συνετέλεσαν ώστε κάθε διαφορετική άποψη να θεωρείται ύποπτη ως εγκληματική, αντικοινωνική ή αντιδημοκρατική και τα όρια ανάμεσα στον πολιτικό και τον εγκληματικό χαρακτήρα κάποιων καταστάσεων να γίνουν δυσδιάκριτα.
Η επανάληψη τέτοιων καταστάσεων με ποικίλες παραλλαγές δημιουργεί φυγόκεντρες τάσεις από τη νομιμότητα και τη δημοκρατία, καλλιεργεί ανασφάλεια, αδυναμία εμπιστοσύνης απέναντι στους ίδιους τους θεσμούς, που σε συνδυασμό με τις αφόρητες για την πλειονότητα συνθήκες που δημιουργεί η κρίση, διαμορφώνουν κοινωνικό χάος: το ερώτημα είναι εάν οι παράγοντες που έχουν συντελέσει σ’ αυτό από διάφορες πλευρές κατά περίπτωση έχουν επίγνωση ότι η διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής με όρους υποψίας, που αιωρείται επί δικαίους ή αδίκους, θέτει ζητήματα κοινωνικής ευθύνης και βλάβης με συνέπειες που υπερβαίνουν τη σημερινή «μικρή» συγκυρία.
Αν, όμως, δεν πρόκειται για έλλειψη επίγνωσης, τα πράγματα δεν είναι απλώς σοβαρά, αλλά τραγικά και να περιμένουμε τα χειρότερα. Διότι συχνά τα πράγματα εκλαμβάνονται ως πραγματικά, όχι ως προς το τι πραγματικά συνέβη, αλλά ως προς τις συνέπειες που παράγουν.
