Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι εξελίξεις που διαδραματίζονται σήμερα στη Μέση Ανατολή δεν συνδέονται αποκλειστικά με την ικανότητα αποτροπής του Ιράν ή με τις στρατιωτικές ισορροπίες που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Συνδέονται επίσης με την αυξανόμενη ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτειών για το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης που θα μπορούσε να απειλήσει τα στρατηγικά τους συμφέροντα, τις στρατιωτικές τους βάσεις και τα δίκτυα επιρροής τους στην περιοχή, καθώς και να επηρεάσει τις αγορές ενέργειας, το παγκόσμιο εμπόριο και τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τη συνεχιζόμενη αντίθεσή τους στην πλήρη κατοχύρωση των εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού και παρά τη διατήρηση του Ισραήλ ως βασικού στρατηγικού συμμάχου, εξακολουθούν να θεωρούν την περιφερειακή σταθερότητα αναπόσπαστο μέρος των ευρύτερων στρατηγικών τους συμφερόντων.

Υπό αυτό το πρίσμα η Ουάσινγκτον ενδέχεται να επιδιώκει τον περιορισμό τόσο των συμμάχων όσο και των αντιπάλων της όταν μια κλιμάκωση απειλεί να ξεφύγει από τον έλεγχο και να διαταράξει τις περιφερειακές και διεθνείς ισορροπίες. Στο ίδιο πλαίσιο η συνέχιση των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα και τον Λίβανο, σε συνδυασμό με την αποφυγή μιας άμεσης και ευρείας στρατιωτικής αναμέτρησης με το Ιράν, ενδέχεται να αντανακλά τα όρια της στρατιωτικής ισχύος στις σημερινές συνθήκες. Παράλληλα οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να προσανατολίζονται περισσότερο προς τη διαχείριση κρίσεων παρά προς την αναδιαμόρφωση της περιοχής μέσω άμεσων παρεμβάσεων ή επιβεβλημένων πολιτικών διευθετήσεων. Η πρόσφατα ανακοινωθείσα συνεννόηση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης φαίνεται να εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Σε ευρύτερο περιφερειακό και διεθνές επίπεδο η Μέση Ανατολή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση που χαρακτηρίζεται από τη σχετική μείωση της δυνατότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλλουν μονομερώς πολιτικά αποτελέσματα, την άνοδο περιφερειακών δυνάμεων όπως το Ιράν και η Τουρκία, την ενίσχυση της παρουσίας της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά και από την αυξανόμενη επιρροή μη κρατικών δρώντων στις περιφερειακές συγκρούσεις. Ταυτόχρονα, οι περισσότερες διεθνείς και περιφερειακές δυνάμεις φαίνεται να συμμερίζονται την επιθυμία αποφυγής ενός γενικευμένου πολέμου, όχι απαραίτητα λόγω σύγκλισης πολιτικών οραμάτων, αλλά εξαιτίας της συνειδητοποίησης ότι το κόστος μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης θα ήταν εξαιρετικά υψηλό για όλους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η αμερικανοϊρανική συνεννόηση θα πρέπει να ιδωθεί ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διατήρησης μιας εύθραυστης ισορροπίας και όχι ως ένδειξη διαμόρφωσης μιας νέας και σταθερής περιφερειακής τάξης. Οι εξελίξεις αυτές δεν σηματοδοτούν απαραίτητα μια αποφασιστική μεταβολή στην ισορροπία δυνάμεων. Αντιθέτως, υποδηλώνουν μια κατάσταση σύνθετης και εύθραυστης ισορροπίας, όπου καμία πλευρά δεν είναι σε θέση να επιβάλει πλήρως τη βούλησή της. Ακόμη και το Ισραήλ, παρά την υπεροχή του, αντιμετωπίζει σήμερα ένα πιο περίπλοκο στρατηγικό περιβάλλον που περιορίζει τη δυνατότητά του να μετατρέπει τη στρατιωτική επιτυχία σε διαρκή πολιτικά αποτελέσματα. Οι πρόσφατες εμπειρίες στη Γάζα, στον Λίβανο και στις αντιπαραθέσεις με το Ιράν καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί πλέον για τη διαμόρφωση βιώσιμων πολιτικών λύσεων.

Από παλαιστινιακή σκοπιά οι μεταβολές αυτές δημιουργούν τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Από τη μία πλευρά η σχετική υποχώρηση της μονοπολικής διεθνούς τάξης μπορεί να προσφέρει ευρύτερα περιθώρια διεθνούς δράσης και ανάπτυξης πολυδιάστατων σχέσεων. Από την άλλη πλευρά ενισχύονται προσεγγίσεις που επιδιώκουν τη διαχείριση της σύγκρουσης αντί της επίλυσής της, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες μορφές παράτασης του υφιστάμενου αδιεξόδου. Η παλαιστινιακή υπόθεση παραμένει πρωτίστως ζήτημα εθνικής απελευθέρωσης. Προϋποθέτει τον τερματισμό της κατοχής και την κατοχύρωση των αναφαίρετων εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση και στην ανεξαρτησία. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό διοικητικό, οικονομικό ή ανθρωπιστικό πρόβλημα προς διαχείριση, ούτε να περιορίζεται σε προσωρινές διευθετήσεις που παρακάμπτουν τα βαθύτερα πολιτικά του αίτια. Εάν η σημερινή συνεννόηση συμβάλλει πράγματι στη μείωση της στρατιωτικής έντασης, ενδέχεται να δημιουργήσει περιθώρια για νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες σχετικά με διάφορα περιφερειακά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας.

Ωστόσο υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μείωση της κλιμάκωσης και στην επίτευξη μιας δίκαιης και βιώσιμης πολιτικής λύσης. Τα βαθύτερα αίτια της αστάθειας, με κυριότερο το άλυτο παλαιστινιακό ζήτημα και τη συνέχιση της κατοχής, εξακολουθούν να παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση. Τελικά δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια οριστική μετατόπιση ισχύος, αλλά σε μια σύνθετη μεταβατική περίοδο όπου η δυνατότητα επιβολής από τις μεγάλες δυνάμεις μειώνεται, ενώ η διαχείριση κρίσεων και ισορροπιών αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον η μεγαλύτερη πρόκληση για τους Παλαιστινίους είναι να μεταβούν από τη θέση του παθητικού αποδέκτη των εξελίξεων στη θέση του ενεργού πολιτικού παράγοντα που μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις και να τις αξιοποιεί προς όφελος της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και των εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού. Αυτό προϋποθέτει τη μετάβαση από τη λογική της διαχείρισης της κρίσης στη λογική της ανασυγκρότησης ενός σύγχρονου εθνικού απελευθερωτικού σχεδίου, ικανού να ανταποκριθεί στις νέες περιφερειακές και διεθνείς συνθήκες.

Μεταβολές στην ισορροπία δυνάμεων ή νέα διαχείριση των συγκρούσεων

*Μέλος του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του Κινήματος Φατάχ, πρώην επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα