Χρόνια τώρα, η αρχιτεκτονική στον τόπο μας βολοδέρνει ανάμεσα στο δίπολο νεωτερισμός και παράδοση. Πορεύτηκε, σχεδόν πάντοτε, ανάμεσα σε δυτικότροπους πιθηκισμούς και μεγαλόστομες ρητορείες από τη μια μεριά και σε εθνικιστικές προκαταλήψεις και φανφάρες από την άλλη. Σαν κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, οι αρχιτέκτονες να είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέξουμε ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, με τους θιασώτες της μιας ή της άλλης άποψης να ξιφουλκούν με μένος οι μεν εναντίον των δε. Από τη μία οι υποστηρικτές της δυτικοφερμένης αρχιτεκτονικής, οι αυτοαποκαλούμενοι εκσυγχρονιστές, και από την άλλη οι υπέρμαχοι της παράδοσης και της ελληνικότητας. Το ξενόφερτο απέναντι στο τοπικό, το ριζοσπαστικό απέναντι στο οπισθοδρομικό, η «πρόοδος» απέναντι στη «συντήρηση». Άλλη μια καταστροφική εκδοχή του άσπρου-μαύρου.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε η αρχιτεκτονική να διαφέρει απ’ όλες τις άλλες μορφές τέχνης και να απαγκιστρωθεί από τα πάθη και τις εμμονές που κατατρύχουν δεκαετίες τώρα τη νεοελληνική διανόηση; Μια αντιπαλότητα που οι ρίζες της φτάνουν στις απαρχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, όταν αυτό αγωνιζόταν να διαμορφωθεί ως ανεξάρτητη εθνική οντότητα. Τότε που μαινόταν ο εμφύλιος ανάμεσα σε «ετερόχθονες» και «αυτόχθονες»· στους «καλαμαράδες» που ήρθαν απρόσκλητοι από τη Δύση και ανέλαβαν τη διοίκηση και στους ντόπιους που πολέμησαν και μάτωσαν για τα «ιερά χώματα», κρατώντας την ίδια στιγμή τις παμπάλαιες ανατολίτικες τοπικές παραδόσεις του υπόδουλου λαού.
Πού στ’ αλήθεια ανήκε το νέο κράτος που δημιουργήθηκε με απόφαση των μεγάλων δυνάμεων; Πάνω σε τι να πατήσουν εκείνα τα χρόνια, για να στήσουν τα θεμέλια ενός ολόκληρου εθνικού αφηγήματος; Στη Δύση ή στην Ανατολή; Ένα αναπάντητο διαχρονικό ερώτημα που έρχεται και επανέρχεται δίχως πειστική απάντηση. Δεν καταφέραμε όλα αυτά τα χρόνια να κοιτάξουμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη, ούτε να βγάλουμε την αρχαιοελληνική μάσκα που άλλοι μας φορέσανε. Απορείς: Είναι δυνατόν δύο αιώνες τώρα να μας ταλανίζουν τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα; Σαν να είμαστε δέσμιοι ενός ιδιότυπου «προπατορικού αμαρτήματος» που καταδυναστεύει κάθε απόφαση, κάθε επιλογή μας, από την πολιτική και την ιστοριογραφία ίσαμε την τέχνη και τη φιλοσοφική σκέψη.
Τι να σημαίνει, άραγε, αυτή η διαμάχη που συνεχίζεται αμείωτη μέχρι τις μέρες μας; Την ανάγκη μιας κοινωνίας να ετεροκαθορίζεται προκειμένου να υπάρξει; Κι αν δεν έχουμε βρει ακόμη τον δικό μας βηματισμό, το δικό μας ιδιαίτερο στίγμα μέσα σ’ έναν εξαιρετικά ταραγμένο και ρευστό κόσμο, θα το βρούμε κάποτε, ώστε να πορευτούμε ελεύθεροι από τέτοιες άκαρπες αγκυλώσεις; Να δημιουργούμε με γνώμονα το δικό μας παρόν, που θα είναι το δυναμικό σημείο συνάντησης ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, όπως πάντοτε συνέβαινε στην ανθρώπινη ιστορία.
Ο τόπος μας ανέκαθεν ήταν ένα σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο. Εδώ συναντήθηκαν μεγάλοι πολιτισμοί του παρελθόντος, σ’ έναν χώρο διαρκούς ώσμωσης ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, θρησκείες, κουλτούρες, παραδόσεις. Ο Fernand Braudel μας θυμίζει πως «οι πολιτισμοί είναι συγκοινωνούντα δοχεία». Μήπως απέναντι σε καταστροφικούς διαχωρισμούς, απομονώσεις και εσωστρέφειες, αυτό που μας διδάσκει ο τόπος μας είναι η δημιουργική σύνθεση των αντιθέτων, μακριά από άκαρπες ιδεοληψίες και ανιστόρητους εθνικισμούς;
Η συζήτηση που ακόμη συντηρείται, εις πείσμα των καιρών, για την τοπική και διεθνή αρχιτεκτονική στη χώρα μας, αντί να βοηθά συσκοτίζει, μπερδεύει και λειτουργεί ως τροχοπέδη. Όποτε η αρχιτεκτονική, αλλά και κάθε άλλη μορφή τέχνης, κατάφερε να συνδυάσει, να γεφυρώσει το διαφορετικό, δημιούργησε αριστουργήματα. Αν υπάρχει μια ζώσα παράδοση που διαχρονικά χαρακτηρίζει τον τόπο μας είναι αυτή των μεγάλων συναντήσεων! Αυτή δημιούργησε τους τεράστιους πολιτισμούς του παρελθόντος για τους οποίους καυχιόμαστε, δίχως όμως και να διδασκόμαστε απ’ αυτούς.
Ένα είναι σίγουρο: Η αρχιτεκτονική δεν δημιουργείται ποτέ εν κενώ. Πάντοτε αντλεί από γύρω της, είτε αυτό βρίσκεται δίπλα της είτε πολύ μακρύτερα. Οι επιρροές πάντοτε υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Αλίμονο αν πιστεύουμε ότι το νέο γεννιέται κάθε φορά από «παρθενογένεση». Με το να προσπαθούμε, λοιπόν, να βάζουμε στην αρχιτεκτονική ταμπέλες, προκειμένου να την εντάξουμε στην τάδε ή στη δείνα κατηγορία, το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να τη μειώνουμε και να τη φτωχαίνουμε. Η αρχιτεκτονική δεν χρειάζεται πιστοποιητικά εντοπιότητας, ούτε διαπιστευτήρια από την Εσπερία.
Το στοίχημα για τον αρχιτέκτονα ή τον καλλιτέχνη σήμερα είναι να εκφράσει αυτό που δεν εγκλωβίζεται μέσα σε τεχνητά σύνορα και μακροχρόνιες προκαταλήψεις. Νομίζω ότι το διαχρονικό αίτημα είναι να στοχαζόμαστε ξανά και ξανά γι’ αυτό που συγκροτεί την ουσία της αρχιτεκτονικής. Να χτίζουμε την αρχιτεκτονική του παρόντος μακριά από στερεότυπα, που το μόνο που κατορθώνουν είναι να τοποθετούν την αρχιτεκτονική στην προκρούστεια κλίνη των στείρων αφορισμών εκείνων που θολώνουν και δεν ξεκαθαρίζουν, που στομώνουν και δεν πυροδοτούν.
Η αυθεντική έκφραση της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής σπάνια έβγαινε στην επιφάνεια κι όποτε αυτό συνέβαινε λοιδορούνταν και υποβαθμιζόταν, αφού δεν ανήκε στα δύο μεγάλα κυρίαρχα ρεύματα. Μόνον όταν καταφέρει να αφήσει στην άκρη τους στείρους δογματισμούς και τις αβαθείς μόδες και καταπιαστεί με τη δημιουργική επίλυση των καθημερινών κοινωνικών προβλημάτων, αυτά που αναφύονται μέσα στις λαϊκές γειτονιές (με τις ταπεινές προσθήκες και τα πανωσηκώματα της ανάγκης), ίσως πετύχει να εκφράσει το πηγαίο. Αυτό που υπάρχει (αν υπάρχει) κρυμμένο από κάτω, το ανεπιτήδευτο και το αυθεντικό, που δεν εντάσσεται σε προκατασκευασμένες κατηγορίες. Για να βρούμε το ποιοι είμαστε, μόνον ένα δρόμο έχουμε να διαβούμε: εκείνον της δημιουργικής δουλειάς, της αμφιβολίας που ξεφεύγει από τις βεβαιότητες των επιλογών ανάμεσα σε ψευδή διλήμματα. Καμιά ελληνικότητα και κανένας διεθνισμός δεν θα μας υποδείξει τον τρόπο, αν δεν τον βρούμε μόνοι μας. Με «κόπο και καιρό», κατά πως έλεγε ο ποιητής. Δεν ανήκουμε πουθενά και την ίδια στιγμή ανήκουμε παντού. Στη μεγάλη, ενιαία οικουμενική παράδοση, εκεί όπου ανήκουν όλοι οι λαοί.
*Αρχιτέκτoνα, ομότιμου καθηγητή Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
