Στα ερευνητικά κέντρα και στα πανεπιστήμια όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη μας διεξάγονται έρευνες και εκπονούνται προγράμματα με θεματικό αντικείμενο τις εξελίξεις στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και τις νέες, υπό διαμόρφωση, συνθήκες κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ενσωμάτωσης. Η εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ανήκει στο παρελθόν. Αυτό το παραδέχονται ακόμα και οι ίδιοι οι υπέρμαχοί της και οι υποστηρικτές της. Από την άλλη, διαπιστώνω ότι κάθε προσπάθεια υπεράσπισης των θεσμικών και πολιτικών κατακτήσεων του μεταπολεμικού κόσμου μού θυμίζει πως κουβαλάμε νερό στον «πίθο των Δαναΐδων»! Με άλλα λόγια, υποστηρίζω ότι ανατέλλει μια νέα εποχή και γεννιέται και αναδύεται μια νέα κοινωνία με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δικές της δυναμικές σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις σφαίρες της κοινωνίας. Οι έρευνες που διεξάγονται στα ινστιτούτα και τα πανεπιστημιακά κέντρα πιστεύω πως θα αποδώσουν θεωρητικούς και επιστημολογικούς καρπούς κατά τις επόμενες δεκαετίες. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η «κουκουβάγια πετάει το σούρουπο» (Hegel). Η σκέψη συλλαμβάνει την πραγματικότητα αφού έχουν συντελεστεί οι σχετικές αλλαγές και μεταβολές. Μετά απ’ αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις μου ας ασχοληθούμε με τα θέματα που θέτει ο τίτλος του άρθρου μου.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε εξελίξεις τις οποίες η ίδια ως κράτος, ως κοινωνία, ως πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί να ελέγξει. Μπροστά σε απροσδιόριστες εξελίξεις. Δεν εκφράζω έναν ακαθόριστο φόβο. Ούτε ενδιαφέρομαι να δημιουργήσω ένα αίσθημα ανησυχίας για το μελλοντικό γίγνεσθαι της χώρας μας. Το θεωρητικό και το επιστημολογικό ενδιαφέρον μου (interesse) μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιγραφικό και κανονιστικό ταυτόχρονα. Δηλαδή ενδιαφέρομαι να καταλάβουμε όλοι μας στη χώρα, στην οποία ζούμε και της οποίας την ταυτότητα ως εθνικού κράτους υπερασπιζόμαστε, ότι η Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα δεν μπορεί να παραμένει προσκολλημένη στον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά ούτε και να στηρίζεται ως πολιτική κοινωνία στους θεσμούς του εικοστού αιώνα.
Η σύντομη ιστορία του εικοστού πρώτου αιώνα (2000-2025) επιφύλαξε για την ελληνική πολιτική κοινωνία πολλές δημιουργικές εκπλήξεις, αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη και η υιοθέτηση του ευρώ ως νομίσματος στο ελληνικό οικονομικό σύστημα έθεσαν τις βάσεις για την αναπτυξιακή πορεία της. Αργότερα, κατά το έτος 2008, ξέσπασε η παγκόσμια δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία «φρέναρε» την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Στο σημείο αυτό της αφήγησής μου και της επιχειρηματολογίας μου το ερώτημα που τίθεται είναι αναπόφευκτο: Οι σχεδιαστές (πολιτικοί εννοώ) της εισόδου της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν είχαν προβλέψει τη χρεοκοπία της (της Ελλάδας εννοώ), η οποία απείλησε την ίδια την ύπαρξή της; Ευτυχώς τα πολιτικο-οικονομικά πράγματα της χώρας μας δεν «μεταφράστηκαν» σε υπαρξιακή κρίση. Τον Αύγουστο του 2018 η Ελλάδα εγκατέλειψε με τις δικές της δυνάμεις(!) το καθεστώς των «μνημονίων» και κατά την τελευταία δεκαετία απολαμβάνει τα οφέλη της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Από δω και μετά αρχίζει το «ταξίδι προς το άγνωστο»! Στην εισαγωγή μου ανέφερα τις νέες συνθήκες της πολιτικής και οικονομικής μορφής ζωής που παγκοσμίως τείνει να επικρατήσει. Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου κόσμου: ο παλιός νεοφιλελεύθερος κόσμος αργοπεθαίνει και ο νέος κόσμος (που δεν έχει αποκτήσει όνομα) δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Η ακραιφνής νεοφιλελεύθερη μέθοδος δομής και λειτουργίας των κοινωνικών συστημάτων που υιοθέτησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως πολιτική επινόηση υπέρβασης των «μνημονίων» λειτούργησε αποτελεσματικά, αλλά τελικά χωλαίνει ως σχεδιασμός των μελλοντικών εξελίξεων. Ο κυβερνητικός νεοφιλελευθερισμός του Μητσοτάκη «ρίχνει στάχτη» στα μάτια του ελληνικού λαού! Η νέα διεθνής τάξη πραγμάτων αλλάζει ριζικά και η Ελλάδα «κλείνει τα μάτια» μπροστά στα τεράστια κύματα, που ο ωκεανός του «τέλους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης» δημιούργησε. Είναι κοινό μυστικό πως κράτη, κοινωνίες, λαοί επιβιώνουν μόνον και εφόσον δημιουργήσουν θεσμούς που αντέχουν στον χρόνο.
Στον διεθνή ορίζοντα των πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων διαφαίνονται δύο προοπτικές: Η πρώτη αναφέρεται στην κατάρρευση των διεθνών οργανισμών (όπως π.χ. είναι ο ΟΗΕ) που είχαν αναλάβει να επεξεργάζονται σχέδια συνεννόησης και συναίνεσης μεταξύ των ανταγωνιζόμενων εθνικών κρατών. Και η δεύτερη προοπτική έχει να κάνει με τη στρατηγική επικράτηση του οικονομικού στοιχείου στην ανθρώπινη συνθήκη εν γένει. Σήμερα δεν μιλάμε για τα «πρωτεία» της οικονομίας και του χρήματος έναντι της πολιτικής και της βούλησης των πολιτών, αλλά για την «παντοκρατορία» της οικονομίας και του χρήματος.
Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα ποια απ’ αυτές τις δύο τάσεις στο διεθνές σύστημα διακυβέρνησης έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η απάντησή μου σ’ αυτό το ερώτημα είναι απόλυτη και κατηγορηματική: Καμία! Και εδώ εντοπίζεται ο κίνδυνος για τις νέες περιπέτειες «υπαρξιακής κρίσης» που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα στο μέλλον. Σχετικά με την πρώτη προοπτική (δηλαδή την κατάρρευση των μεταπολεμικών θεσμών συναίνεσης), οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επαναπροσδιορίζονται πια ως διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτή η αναφορά μου είναι ενδεικτική. Το ευρύτερο γεωπολιτικό σχέδιο της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι πρόγραμμα ενός εθνικού κράτους. Τέλος, η στρατηγική επικράτηση του οικονομικού στοιχείου στην περίπτωση της Ελλάδας συμπίπτει, δυστυχώς, μόνον με τις επενδύσεις και την ανάπτυξη του τουριστικού τομέα. Μετά απ’ αυτούς τους συλλογισμούς μου ο κάθε αναγνώστης (αναγνώστρια) μπορεί να κάνει τις δικές του (της) σκέψεις. Τονίζω μόνον με έμφαση το εξής: Η σύντομη ιστορία του εικοστού πρώτου αιώνα σημαδεύτηκε από μια επιτυχία (ευρώ) και από μια αποτυχία (χρεοκοπία). Ελπίζω να μη ζήσουμε μέχρι το έτος 2050 ακόμη μία «υπαρξιακή κρίση», η οποία θα μας αποτελειώσει!
* Πολιτικός φιλόσοφος
