Ο μπασκετικός Ολυμπιακός είναι, εδώ και λίγες εβδομάδες, πρωταθλητής Ελλάδας. Εφτασε στην κατάκτηση του τίτλου, ξεπερνώντας πάρα πολλές αντιξοότητες σε όλα τα επίπεδα, παίζοντας όμορφο μπάσκετ (κερδίζοντας 3 σερί ματς και όντας πίσω στο σκορ με 1-0), αλλά, κυρίως, δείχνοντας θέληση, συλλογικό πνεύμα και ψυχοσωματική ετοιμότητα. Κι όμως, μετά το συναισθηματικό «άδειασμα» της ομάδας από τον χαμένο ημιτελικό της Ευρωλίγκας με τη Μονακό, το κλίμα στο ΣΕΦ, κατά τους πανηγυρισμούς, ήταν μεν γιορτινό αλλά ταυτόχρονα και συγκρατημένο. Απαντες φάνηκαν εξουθενωμένοι από την υπερπροσπάθεια αλλά και όσα είχαν προηγηθεί στο τελευταίο βιράζ της σεζόν.
Αυτό που προηγήθηκε (από τον αποκλεισμό στον ημιτελικό της Ευρωλίγκας μέχρι και την ήττα στον πρώτο τελικό του πρωταθλήματος από τον ΠΑΟ) διαμορφώθηκε, ως επί το πλείστον (και ως συνήθως), από τη σοσιαλμιντιακή ανθρωποφαγία και ισοπέδωση (στην οποία δεν υφίσταται καμία ουσιαστική διάκριση ιδιωτικού και δημόσιου λόγου), καθώς και από τη δημοσιογραφική και «ποντκαστική» λατρεία της «επικαιρότητας» (η οποία είχε ήδη μπει στην παραζάλη της μεταγραφολογίας για την επόμενη περίοδο). Η ετυμηγορία είχε ήδη βγει: «ακόμη και το πρωτάθλημα να κατακτηθεί, η σεζόν για τον Ολυμπιακό κρίνεται αποτυχημένη». Γιατί; Γιατί ο σύλλογος «απέτυχε» να επικρατήσει στο Final4 (στόχο που κυνηγά με αξιοζήλευτη συνέπεια τα τελευταία 4 χρόνια), ενώ θα «έπρεπε» να το κάνει. Λες και η Ευρωλίγκα είναι το πρωτάθλημα του Πειραιά. Εφόσον, λοιπόν, οι διάφοροι δημοσιολογούντες καλλιεργούν την κουλτούρα του «ταχυφαγείου» και εφόσον η ιστορική μνήμη τείνει να εξαφανιστεί ως κοινωνική δεξιότητα, καλό θα ήταν να υπενθυμίσουμε στους πλείστους αγνώμονες και μηδενιστές «φίλους» (;) της ομάδας μερικές σημαντικές παραμέτρους.
Ο μπασκετικός Ολυμπιακός είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση. Ζώντας συνεχώς στη σκιά της ποδοσφαιρικής ομάδας, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα τμήματα του συλλόγου που δεν κυριαρχεί σε επίπεδο εγχώριου πρωταθλητισμού. Με λίγα λόγια, οι επιτυχίες στον συγκεκριμένο οργανισμό έρχονται με πολύ κόπο, μέσα από συνεχόμενες αποτυχίες -και όχι συχνά. Την ίδια στιγμή, όντας ίσως το πιο καταξιωμένο τμήμα του Ολυμπιακού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μπασκετική ομάδα είναι «καταδικασμένη» να εκπληρώνει αδιάκοπα τις τεράστιες (πολλές φορές ανεδαφικές) προσδοκίες που καταγράφονται στο συλλογικό φαντασιακό (στο οποίο μετέχει και η ίδια). Και αυτό ενισχύεται περαιτέρω αναφορικά με την τρέχουσα έκδοσή της: η συγκεκριμένη ομάδα, υπό τον συγκεκριμένο προπονητή, ακριβώς επειδή ανήκει αδιαμφισβήτητα στην ευρωπαϊκή ελίτ, έχει μπει σε μια λογική «championship or bust» (πρωτάθλημα ή καταστροφή), όπως λένε και στο NBA.
Ομως, αυτή η προσέγγιση δεν ταιριάζει τελικά στην ιδιοσυγκρασία της. Γι’ αυτό και η «ψύχωση» για να επουλωθεί το «τραύμα» του χαμένου τελικού στο Κάουνας πρέπει να τελειώσει, διότι λειτουργεί εν πολλοίς ως παραμορφωτικός καθρέφτης που δεν αφήνει τον οργανισμό να ηρεμήσει, να χαρεί και να εκτιμήσει τον εαυτό του. Η φετινή χρονιά πρέπει να αξιοποιηθεί ως μάθημα για όλους, διοίκηση, προπονητικό επιτελείο, παίχτες και οπαδούς. Ποτέ ξανά σύλλογος δεν είχε τόση μεγάλη πίεση να πετύχει σε ένα τέτοιο πλαίσιο ακραίου ανταγωνισμού. Ο χαρακτήρας της μπασκετικής ομάδας δεν χτίστηκε από τη λογική της επιτυχίας με κάθε κόστος, αλλά από το αγωνιστικό πλάνο και τον προγραμματισμό, τη σκληρή δουλειά και την ανθεκτικότητα, την αυταπάρνηση και το πάθος, τη συλλογικότητα και τη μαχητικότητα. Πάνω σε αυτές τις βάσεις ο κόσμος ταυτίζεται συναισθηματικά με τη συγκεκριμένη ομάδα. Θέλει να τη βλέπει σύσσωμη να παλεύει: κάθε κατοχή, κάθε ματς και κάθε τίτλο. Και επειδή πάνω στο ίδιο έδαφος παίκτες και προπονητές αποκτούν δεσμούς μαζί της, η ομάδα παλεύει και καταφέρνει να κάνει πρωταθλητισμό σταθερά, με συνέπεια.
Οταν, λοιπόν, έρχονται οι τίτλοι, οι οποίοι αναφέραμε ότι κερδίζονται δύσκολα, έχουν αυτόματα άλλη βαρύτητα. Γι’ αυτό και πρέπει να γιορτάζονται, ακριβώς γιατί δεν είναι δεδομένοι. Το φετινό πρωτάθλημα, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες υπό τις οποίες κατακτήθηκε αλλά και την αξία του αντιπάλου, συνιστά πολύ μεγάλη επιτυχία, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως εφαλτήριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να ειπωθεί ένα μεγάλο «μπράβο» στον προπονητή, στους παίκτες και στους λοιπούς συντελεστές.
Από τότε που αντιμετωπιζόταν ως «αποκούμπι» της ποδοσφαιρικής ανομβρίας κατά τη δεκαετία του 1990, μέχρι τα χρόνια της ευρωπαϊκής καταξίωσης και της επανόδου (την τελευταία 4ετία), το μπασκετικό τμήμα του Ολυμπιακού ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο τις ταξικές καταβολές του συλλόγου. Τώρα, αν ορισμένοι ανυπόμονοι έχουν «βαρεθεί να χάνουν» ή θεωρούν ότι η ομάδα απαρτίζεται από «ηττοπαθείς» ή τέλος πάντων επιθυμούν κάποιο «συμβόλαιο» με την επιτυχία, μπορούν κάλλιστα να ψάξουν παραδίπλα, στις διάφορες βερσιόν των «ηγετών» και των «ισόβιων νικητών».
*Υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Φιλοσοφίας
