Μαρίζα Στούμπου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σκαρί. Μια παλιά ξύλινη βάρκα σε μια κοινωνία ανθρώπων. Άνθρωποι που δεν είναι ούτε κακοί ούτε καλοί. Είναι απλά άνθρωποι. Άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να φέρουν φαγητό στο σπίτι τους, να είναι κοντά στους δικούς τους ανθρώπους, να βγάλουν λεφτά, να στήσουν επιχειρήσεις, να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους. Άνθρωποι που θέλουν να υπάρχουν  στον κόσμο χωρίς κόστος, χωρίς επιπτώσεις. 

Η κάμερα βρίσκεται πολύ κοντά σε όλους, μια ανάσα από τα πρόσωπα τους και από τον ιδρώτα τους. Ιδρώτας, θάλασσα, αλμύρα, ζωή… Ο Τζέσμαρκ είναι σχεδόν δυο κόσμοι. Αυτός που πράττει και αυτός που οδηγεί τη σκέψη μας. Σιωπηλός απέναντι σε όλα αφήνει και εμάς σιωπηλούς απέναντι στα ηθικά διλήμματα μας. Αρχικά ψαράς στο σκαρί του, που ο χρόνος τού έχει κληρονομήσει, έπειτα σιγά σιγά διεισδύει σε όλη την ανθρώπινη αλυσίδα της ζήτησης και της προσφοράς για ψάρι στα πιάτα μας, βήμα βήμα μας δείχνει τον πόλεμο ανάμεσα σε δυο κόσμους. Και αυτός ο πόλεμος δεν είναι απαραίτητα ο πόλεμος του παλιού με το καινούργιο. Δεν είναι μόνο ο καπιταλισμός που μπορεί να προσφέρει όλα όσα απαιτούμε να έχουμε αλλά και ο κόσμος των ανθρώπων που θα βρει τρόπο να τα αποκτήσει. Ο πόλεμος εδώ είναι επίσης  πόλεμος μεταξύ  του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου που ονομάζεται αλιευτικό απόθεμα.

Αυτός ο κόσμος της θάλασσας που σαν να μην είναι κάτι ζωντανό παρά μονάχα το ανθρώπινο κελάρι, μια αποθήκη ατελείωτης τροφής για κατανάλωση. Αυτά τα πλάσματα που πιστεύουμε πως δεν θέλουν να ζήσουν, δεν θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, δεν έχουν δικούς τους. Μιας και βρίσκονται κρυμμένα από το βλέμμα μας, και οι ήχοι τους είναι σχεδόν ανύπαρκτοι για τα δικά μας αφτιά, θεωρούμε πως ο πόνος του θανάτου τους δεν υπάρχει. Ο βασανισμός τους μας είναι άγνωστος και τα ζώα αυτά παύουν να είναι ζώα, είναι σχεδόν αντικείμενα. Ο όγκος των νεκρών κορμιών τους δεν μας προξενεί κανένα συναίσθημα, άλλωστε είναι τόσο διαφορετικά όντα από εμάς, τόσο ξένα για τα μάτια μας. Θεωρούμε λοιπόν πως, για να διασφαλίσουμε αυτό το απόθεμα, αρκεί να ψαρεύουμε το παραγωγικό πλεόνασμα που αυτά «παράγουν». Κάποια ζωή λοιπόν παράγει πλεόνασμα. Και σίγουρα δεν είναι η δικιά μας ζωή αυτή που το κάνει. Όποιος το πει αυτό είναι είτε αμαρτωλός είτε τρελός. Ο άνθρωπος είναι εξαιρετικός, μας αρέσει να πιστεύουμε αυτή τη χίμαιρα.  Άλλωστε εμείς ορίζουμε τους κανόνες του σωστού και του λάθους.

Ο χοντρέμπορος ψαριών αναφέρει την αλήθεια που όλοι αρνούνται να δουν. Την αλήθεια για την οποία δεν είναι υπεύθυνος μόνο αυτός, όσο και αν μας αρέσει να υπάρχουν κακοί στα στόρι. Εδώ ξαφνικά είμαστε όλοι παρόντες. Είμαστε όλοι εκεί και ζητάμε να αγοράσουμε τον τόνο μας, τον γαλέο μας και τη μαρίδα μας. Η ζωή έχει κόστος. Εδώ είμαστε ή όλοι κακοί ή όλοι αθώοι. «Ψάρια θα υπάρχουν για είκοσι χρόνια ακόμα». Το ψάρεμα είναι ακόμα μια αρπαχτή. Φάγαμε έναν ολόκληρο κόσμο. Κάποιος πρέπει να το πει και στα παιδιά.

Υπάρχει πάντα μια καρτεσιανή σκέψη να εξετάζουμε τα αντικείμενα για τα οποία η γνώση μας είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη και έτσι επαρκεί. Κινούμενος με ασφάλεια λοιπόν, ο Καμιλιέρι προβάλει τις εικόνες των σκαριών με τα ξύλινα μάτια τους λίγο πριν διαλυθούν σχεδόν εξανθρωπισμένα. Προκαλεί το συναίσθημά μας για αντικείμενα που χάνονται. Σχεδόν ακούς τη φωνή που δεν έχουν. Από την άλλη, οι εικόνες των αμέτρητων νεκρών σωμάτων που κείτονται στην ψαραγορά είναι απλά το απόθεμα. Εδώ η εικόνα της εμπειρίας είναι εσφαλμένη. Η εικόνα του νεκρού ματιού του ξιφία που μας δείχνει ο σκηνοθέτης πριν τον βάλουν στο σάκο των νεκρών, για να εξαφανιστεί κατόπιν στο στομάχι της ανθρωπότητας, προβάλλεται μπροστά μας σαν σφάλμα της λογικής.

Η βαθύτατη ανεπάρκεια να κατανοήσουμε αυτό που είμαστε. Κάθε έντιμη σκέψη μας για τα μωρά που κοιμούνται ασφαλή στην αγκαλιά των γονιών τους είναι ένα ανεξόφλητο χρέος σε κάποιον άλλο κόσμο. Σε έναν κόσμο που χάνεται, σε έναν κόσμο που τον αφανίζουμε. Παρόλα αυτά συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι η ανθρωπότητα θα καταφέρει αυτό που εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κρυφά από τον εαυτό μας, δεν θα καταφέρουμε να τον κυριαρχήσουμε ποτέ. Η άρνηση της πραγματικότητας για να διατηρηθεί η κοσμοθεώρηση της αφθονίας δεν ανήκει μόνο σε κάποιους εκλεκτούς, είναι φυσιολογική ανθρώπινη κατάσταση η γνωσιακή ασυμφωνία. Το ανθρώπινο ζώο, όσο και αν αυξάνει τη γνώση του, παραμένει ανίκανο να μάθει από την εμπειρία. Στο τέλος θα μείνει μόνο του.

Μια απάντηση στην σκέψη που ο Τζέσμαρκ εκμυστηρεύεται στο γιό του είναι πως: Ένα σκαρί θα είναι και πάλι σκαρί ακόμα και αν του αλλάξεις όλα τα κομμάτια. Η γαλήνη που όλοι ψάχνουμε θα  βρεθεί σε αυτό που ο Robinson Jeffers αποκαλεί «όχθη απέναντι από την ανθρωπότητα».

* Πτυχιούχος μαθηματικός και κάτοχος του μεταπτυχιακού “Ζώα, Ηθική, Δίκαιο, Ευζωία” του Τμήματος Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ