ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Διονύσης Γ. Δημητρακόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νίκη έχει πολλούς πατεράδες, αλλά η ήττα είναι ορφανή. Αυτό θυμήθηκα διαβάζοντας την κάλυψη από πολλά ελληνικά ΜΜΕ του σκανδάλου όπου πρωταγωνιστεί Ελληνίδα πολιτικός που, όπως προσφυώς σημείωσε ο Νικόλας Σεβαστάκης, «ήταν πλειοψηφικά κοινότοπη και όχι απλώς μια “όμορφη γυναίκα”, […] ένα μείγμα βορειοελλαδίτικου εθνικισμού και ποπ πασοκισμού». Οι πηχυαίοι τίτλοι ήταν αναμενόμενοι δεδομένου του τι μάθαμε χάρη στις προσπάθειες Βέλγων δημόσιων λειτουργών. Το μόνο άμεσα εκλεγμένο όργανο της Ευρωπαϊκής Ενωσης βρίσκεται στη δίνη ενός σκανδάλου χωρίς προηγούμενο.

Από αυτή τη διαπίστωση ξεκινούν δύο τουλάχιστον εναλλακτικοί δρόμοι. Ο ένας είναι αυτός που ακολουθούν με συνέπεια πολλοί εν Ελλάδι σχολιαστές. Αυτός περιέχει πρώτα την καταγγελία, μετά τη γενίκευση στο επίπεδο του εν λόγω θεσμού και, τέλος, την καταγγελία της Ε.Ε. συλλήβδην. Τα πολλά και σοβαρά λάθη θεσμών της Ε.Ε. στον χειρισμό της κρίσης στην ευρωζώνη είναι μια από τις πηγές αυτής της αντιμετώπισης. Αλλη είναι η (ασυγχώρητη έπειτα από 40 και πλέον χρόνια της χώρας εντός ΕΚ/ΕΕ) άγνοια. Είναι τα ίδια ΜΜΕ που δεν πολυνοιάζονται να ενημερώσουν τον πολίτη για ό,τι καλό (για τον πολίτη) συμβαίνει εντός ή λόγω των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., διότι ακολουθούν το δόγμα των Ελλήνων πολιτικών που λένε ότι «η Ευρώπη δεν πουλάει». Απευθυνόμενοι δε σε έναν λαό που υποφέρει ακόμα, γνωρίζουν ότι το ακροατήριο είναι πολύ ευεπίφορο σε αυτού του είδους τις επιδερμικές αντιδράσεις, διότι –τελικά– πόσοι Ελληνες αναγνωρίζουν τις δικές τους ευθύνες σε σχέση με την κρίση της χώρας; Ταυτόχρονα όμως τέτοιες αναλύσεις αποκαλύπτουν την επιδερμικότητα του όποιου «ευρωπαϊσμού» υπάρχει στην Ελλάδα. Η καταγγελία γίνεται με τρόπο ισοπεδωτικό ακριβώς επειδή δεν υπάρχει –σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα– η έγνοια να πάει η υπόθεση της ενοποιητικής διαδικασίας μπροστά. Οι ευφυέστεροι εκ των εν λόγω προσπαθούν να κρύψουν τα ίχνη του εθνικισμού τους με αναφορές στην «Ευρώπη του Jean Monnet που έχασε τον δρόμο της», αλλά αν κάνει κάποιος τον κόπο να ξύσει την επιφάνεια, θα βρει φαρδιά-πλατιά το «Είμαστε έθνος ανάδελφον», ακόμα και στην Αριστερά.

Από την άλλη, υπάρχει ο δρόμος της αναζήτησης και καταδίκης των ενόχων που επιλέγουν όσοι δεν φοβούνται να αναμετρηθούν με το πρόβλημα όχι για να φωνασκήσουν εκτονωτικά σε αρένα εμπρός σε αιματοβαμμένο υπερθέαμα αλλά για να επισπεύσουν τη λύτρωση που φέρνει η επίλυση του προβλήματος ως ένα ακόμα, όχι εντυπωσιακό, αλλά εξαιρετικά σημαντικό βήμα στην αργή αλλά αναγκαία πορεία ενοποίησης της Ευρώπης. Είναι ο δρόμος όσων θυμίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει λειτουργήσει ως θεματοφύλακας αξιών όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία κ.λπ., όταν τα κράτη-μέλη έκαναν τα στραβά μάτια και συνήπταν «τεχνικές» συμφωνίες με χώρες όπως το Ισραήλ, η Συρία κ.ά. που τις παραβίαζαν συστηματικά. Είναι ο θεσμός που συστηματικά προωθεί την κοινοβουλευτικοποίηση –δηλαδή τον εκδημοκρατισμό– της Ε.Ε., όπως το να επιλέγεται μέσω ανοιχτής πολιτικής αντιπαράθεσης διά των ευρωεκλογών ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Είναι ο θεσμός όπου για κάθε Nigel Farage εκλέχτηκε και τουλάχιστον ένας Altiero Spinelli, για κάθε Εύα Καϊλή και μια Simone Veil, για κάθε Γιάννη Λαγό κι ένας Δημήτρης Τσάτσος. «Δύσπεπτο» αλλά και αληθινό το μήνυμα ενάντια στην ισοπέδωση. Είναι όμως και ο θεσμός που δεν πρέπει να αρκείται στην καταγγελία διακρατικών οργάνων όπως το Συμβούλιο για αδιαφάνεια αλλά να καθαρίσει πρώτα απ’ όλα τα του οίκου του. Οι λύσεις υπάρχουν κι έχουν πέσει στο τραπέζι προ πολλού. Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών –αλήθεια, τι άποψη έχει η ελληνική;– κωφεύουν. Η δε δύσμοιρη Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραμένει ουσιωδώς άφωνη ως απότοκο της επιλογής της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για τη θέση της προέδρου. Η «σοφία» της Ευρώπης των κυβερνήσεων σε όλο της το μεγαλείο.

Εδώ, στη μάχη αυτή –δηλαδή στη μάχη για την Ευρώπη των πολιτών– ο ρόλος των ΜΜΕ αλλά και των πολιτών δεν πρέπει να ξεχαστεί. Τα πρώτα ας ρίξουν φως όχι μόνο στο τι συμβαίνει αλλά και στο γιατί και –κυρίως– να δώσουν χώρο και «μικρόφωνο» και στους πολυάριθμους μεταρρυθμιστές που κοσμούν την Ευρωβουλή, όπως οι Raphael Glucksmann, Daniel Freund κ.ά. που δικαίως εγκαλούν τις δυνάμεις της συντήρησης διότι κωλυσιεργούν απέναντι σε συγκεκριμένες προσπάθειες και προτάσεις ενίσχυσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Τελευταίος αλλά όχι ύστατος είναι ο ρόλος των πολιτών. Για κάθε «Καϊλή» που τους προτάθηκε, υπάρχουν και τουλάχιστον 145.650 πολίτες που την επέλεξαν μεταξύ 42 υποψηφίων του ίδιου κόμματος. Η δημοκρατία είναι πολύ απαιτητικό πολίτευμα διότι εμπεριέχει και υποχρεώσεις για τον πολίτη – όχι μόνο δικαιώματα. Η αυτοκριτική είναι μία από αυτές και είναι τόσο αναγκαία όσο και είδος εν ανεπαρκεία.

*κατόχου της έδρας Jean Monnet για τον Κοινοβουλευτισμό και την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση στο Κολέγιο Birkbeck του Πανεπιστημίου του Λονδίνου