Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Κυριάκου Μητσοτάκη στη θέση του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης διατυπωνόταν συνεχώς ένα επιχείρημα περί αναξιοκρατίας των τότε κυβερνώντων. Την ίδια περίοδο όμως που το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας ετοιμαζόταν για την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, συγκροτούσε ως πρώτο νομοσχέδιο μια νέα πρόταση διοίκησης σε δυσαρμονία με οποιαδήποτε αξιοκρατική επίκληση. Καθιέρωσε ένα διπλό σύστημα ανώτατης διοίκησης με μετακλητούς γενικούς γραμματείς απαλλάσσοντάς τους από ορισμένες λειτουργικές ευθύνες τις οποίες χρεώθηκαν οι προερχόμενοι από τη Δημόσια Διοίκηση υπηρεσιακοί γραμματείς. Συγχρόνως ίδρυσε την επιτελική δομή της προεδρίας της κυβέρνησης με ισχυρό μόνο το επικοινωνιακό αποτύπωμα του προσώπου του πρωθυπουργού, ενώ αμέσως μετά την εκλογική της νίκη αύξησε τους μετακλητούς υπαλλήλους κατά έναν ανά κυβερνητική θέση.
Αν εξαιρέσουμε την επέκταση των ψηφιακών υπηρεσιών που υποβοηθήθηκε από την πανδημική κρίση, η εικόνα του ελληνικού Δημοσίου αποτελεί ένα σαφές και περιεκτικό δείγμα γραφής μιας συντηρητικής και εν τέλει πελατειακής προσέγγισης. Θέσεις ευθύνης καθορισμένες από αναθέσεις, χωρίς να προκηρύσσεται η πλήρωσή τους με την προβλεπόμενη διαδικασία, εντεταλμένοι μετακλητοί σε ρόλο υπηρεσιακών προϊσταμένων, πρωτοβουλίες για αύξηση της βαρύτητας της συνέντευξης ως κριτηρίου επιλογής σε θέση ευθύνης και συνάμα μια «αναδιανεμητική πολιτική» μέσω απευθείας αναθέσεων, που πλησιάζει τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι ορισμένα από τα επιτεύγματα των «άξιων» αυτής της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όσο και αν αρνείται την πραγματικότητα, βιώνει σοβαρή φθορά η οποία πρόκειται να την οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές. Απομένει μια σαφής εναλλακτική πρόταση που να της δώσει ένα ισχυρό χτύπημα για να περάσει στην Ιστορία. Τα δείγματα γραφής της στο πεδίο της Δημόσιας Διοίκησης είναι ξεκάθαρα: διοικήσεις ημετέρων, εντεταλμένοι «γαλάζιοι» κομισάριοι και διανομείς δημοσίου χρήματος με αυξημένα όρια απευθείας αναθέσεων. Η πρόκληση για μια εν δυνάμει προοδευτική κυβέρνηση έγκειται στην εμπιστοσύνη των ήδη αξιοκρατικά επιλεγμένων δημοσίων υπαλλήλων που γνωρίζουν τις υπηρεσίες τους και μπορούν να τις οδηγήσουν σε μια καλύτερη επόμενη μέρα εσωτερικεύοντας και κατακτώντας τις επιδιωκόμενες μεταρρυθμίσεις. Από εκεί και πέρα ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει προσφέρει δείγμα γραφής περιορίζοντας τα όρια των απευθείας αναθέσεων και προωθώντας μια λύση θεσμικής πλήρωσης των ανώτατων θέσεων διοίκησης χωρίς το διπλό σύστημα που υπάρχει σήμερα.
Η αποσύνδεση του Δημοσίου από μια εργασία έντασης χρόνου και ο προσανατολισμός του σε μια εργασία έντασης ουσίας, με ποιοτικό ελεύθερο χρόνο για τους εργαζομένους του και αποτύπωμα στην αύξηση της ζήτησης χωρίς επιβάρυνση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι μια ατζέντα με καθολική απήχηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής. Ενα Δημόσιο προσανατολισμένο στον πολίτη χρειάζεται μια πολιτική ηγεσία που πιστεύει σε αυτό, στηρίζει τους ανθρώπους του και καλλιεργεί τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και τη διοίκηση. Για να ζήσουμε αυτή τη συνθήκη πρέπει να αποφύγουμε τον αυταρχισμό και την κομματικοποίηση που επιδεικνύει η σημερινή κυβέρνηση μαζί με την αντιμετώπιση του κράτους και των κοινωνικά ευάλωτων πολιτών ως εμπόδιο στη γιγάντωση των οικονομικά ισχυρών.
*Απόφοιτος ΕΣΔΔΑ, μέλος Δ.Σ. Συλλόγου Εργαζομένων ΟΔΑΠ
