To 3ο τακτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο διεξήχθη με δυόμισι χρόνια καθυστέρηση σε σχέση με την καταστατικά προβλεπόμενη διεξαγωγή του, δεν ήταν ακριβώς το ορόσημο αλλά καλύτερα το επιστέγασμα του οργανωτικού μετασχηματισμού του κόμματος. Ενός μετασχηματισμού που ξεκίνησε με την εντυπωσιακή διεύρυνση της εκλογικής επιρροής μετά το 2012, εκδηλώθηκε και εδραιώθηκε ποικιλοτρόπως την περίοδο της κυβέρνησης και πλέον θεσμοποιήθηκε με απόφαση συνεδρίου.
Η άμεση εκλογή της ηγεσίας από τη βάση του κόμματος επί της ουσίας και της Κεντρικής Επιτροπής από τη βάση των ήδη εγγεγραμμένων κομματικών μελών, σηματοδοτεί τη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ από την παράδοση του κόμματος μαζών, η οποία στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορά την Αριστερά, εκφράστηκε διαμέσου της ΕΔΑ, του ΠΑΣΟΚ και των δύο κομμουνιστικών κομμάτων. Με την αποδοχή της διαδικασίας άμεσης εκλογής ο ΣΥΡΙΖΑ ενστερνίζεται μια οργανωτική καινοτομία που έχει προωθήσει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εδώ και δεκαετίες και το ΠΑΣΟΚ στα καθ’ ημάς από το 2004 κι έπειτα. Μια πρακτική που, όπως έχει δείξει η οικεία εμπειρική και θεωρητική διερεύνηση, έχει οδηγήσει σε υποβάθμιση των διαδικασιών και εν γένει της σημαντικότητας του οργανωμένου κόμματος και έχει αποτελέσει ένδειξη της τάσης της λεγόμενης «καρτελοποίησης» των κομματικών συστημάτων.
Θεσπίζεται, επομένως, μια διαδικασία η οποία οδήγησε σε οργανωτική αποδυνάμωση και κατάρρευση στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ και η οποία δυνητικά μεταλλάσσει τον χαρακτήρα της κομματικής οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ, στον βαθμό που τα εσωκομματικά επίδικα για σώματα όπως το συνέδριο και για όργανα όπως οι Οργανώσεις Μελών ή οι Νομαρχιακές Επιτροπές καθίστανται πλέον ανύπαρκτα.
Η άμεση εκλογή ηγεσίας από μια βάση μελών που θα διαμορφωθεί την ημέρα αυτής της ίδιας της εκλογής, ευνοεί την ανάπτυξη ενός προεδροποιημένου κόμματος στο οποίο ο κομματικός ηγέτης, αδιαμεσολάβητα και παρακάμπτοντας την όποια οργανωμένη εσωκομματική ζωή, απευθύνεται προνομιακά στη διευρυμένη κομματική βάση χωρίς να λογοδοτεί στην οργανωμένη συλλογικότητα. Η δε άμεση εκλογή της Κεντρικής Επιτροπής, πρωτοφανής εξέλιξη ιδίως για κόμματα της παράδοσης στην οποία εγγράφεται ο ΣΥΡΙΖΑ, αποσυνδέει με έναν παρεμφερή τρόπο και την κομματική γραφειοκρατία από το οργανωμένο κόμμα. Με αλλά λόγια, το αδιαμφισβήτητο πρωτείο της ηγεσίας αποκτά πια και την τυπική οργανωτική αποτύπωσή του.
Είναι εμφανές ότι ο εκλογοκεντρισμός και η ανάδειξη της κυβερνητικής ικανότητας και υπευθυνότητας κανοναρχούν τη νέα οργανωτική αντίληψη του κόμματος, η οποία –και αυτό είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί– νομιμοποιήθηκε στη βάση της πραγματικής οργανωτικής ανεπάρκειας του ΣΥΡΙΖΑ και της μη ύπαρξης κάποιας συνολικής αντιπρότασης σχετικά με την αντιμετώπιση του οργανωτικού προβλήματος από τις δυνάμεις της εσωκομματικής μειοψηφίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εκ των πραγμάτων ως δυνάμει κυβερνητικό κόμμα, βασιζόμενος σε μια νέα αντιδεξιά στρατηγική και προβάλλοντας το προοδευτικό πρόταγμα ως κύρια ιδεολογική του αιχμή, είναι σαφές ότι θέλει να καλλιεργήσει μια νέα πολιτική εικόνα, η οποία εν πολλοίς θα λειτουργεί και ως υπέρβαση των περιορισμών της αντιΣΥΡΙΖΑ προκατάληψης. Αναπόφευκτα ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να επιτύχει στην άμεση εκλογή ηγεσίας της 15ης Μαΐου μια συμμετοχή συγκρίσιμη με αυτήν των αντίστοιχων διαδικασιών των άλλων κομμάτων, κυρίως για να επιβεβαιώσει την κοινωνική δυναμική βάσει της οποίας η ηγεσία του κόμματος τεκμαίρει την αναγκαιότητα των συγκεκριμένων οργανωτικών αλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, η επόμενη μέρα για το κόμμα θα είναι κρίσιμη και ενδιαφέρουσα.
* επίκουρος καθηγητής (υπό διορισμό), ΔΠΘ
