ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Τζώρτζης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρά την εξαγγελθείσα απόσυρση των ρωσικών δυνάμεων, η κατάσταση στην Ουκρανία συνεχίζει να αποτελεί μια άκρως επικίνδυνη κρίση πολλαπλών διαστάσεων. Πρόκειται πράγματι για τη σοβαρότερη κρίση ασφάλειας στην Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Στο σημερινό σκηνικό κρίσης εμφανίζεται η ουκρανική πλευρά να επιζητεί την επέμβαση ξένων δυνάμεων προκειμένου να αποκρούσουν πιθανή ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η ουκρανική κυβέρνηση επιδιώκει με τούτο να προκαλέσει η ίδια στην επικράτειά της μια θερμή αναμέτρηση μεταξύ Ρωσίας και δυτικών κρατών, έναν νέο μεγάλο πόλεμο δηλαδή, που θα καταστρέψει πρώτα τη χώρα της.

Σε τούτο έχει μεν την άμεση συμπαράσταση του ΝΑΤΟ, όχι όμως και των κρατών που είναι οι εταίροι του. Εκτός των ΗΠΑ, Βρετανίας, Ισπανίας, (ίσως) και Σκανδιναβών, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ δεν δείχνουν να συμμερίζονται τους φόβους της συμμαχικής ηγεσίας και του Κιέβου περί επικείμενης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αναφορικά δε με τις απειλητικές δηλώσεις Μπάιντεν, ορισμένοι διερωτώνται αν ο ίδιος είναι επαρκώς ενήμερος ως προς την κινεζική στρατηγική, η οποία ευθυγραμμίζεται σταθερά με τις κινήσεις του Πούτιν.

Κι ενώ η ουκρανική κυβέρνηση επιδίδεται σε καθημερινές προπαρασκευές άμυνας προβάλλοντας διεθνώς τις στρατιωτικές κινητοποιήσεις στα σύνορα με τη Ρωσία, στο εσωτερικό της χώρας οι άνθρωποι συνεχίζουν να υποφέρουν τόσο από το κρύο όσο κι από στερήσεις βασικών αγαθών. Την ίδια ώρα, στις πρωτεύουσες των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών διακρίνει κανείς ένα κλίμα έντονης ανασφάλειας ως προς το τι μέλλει γενέσθαι και αβεβαιότητας περί του τίνος ακριβώς πρόκειται. Η διαρκώς διαδηλούμενη «πονοψυχία» κάποιων δυτικών δυνάμεων και γνωστών ΝΑΤΟϊκών κύκλων σχετικά με την ανεξαρτησία της Ουκρανίας δεν πείθει επαρκώς ούτε συγκινεί πλέον. Τα σενάρια της έντασης εμφανίζουν στοιχεία τόσο από τη γιουγκοσλαβική κρίση όσο και από το Ιράκ και τη Γεωργία. Βεβαίως ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είναι Μιλόσεβιτς ούτε Σαντάμ κι εδώ είναι τα δύσκολα για το ΝΑΤΟ και το Κίεβο.

Η κλιμάκωση της ουκρανικής κρίσης συνιστά μια επώδυνη δοκιμασία για την Ευρώπη, οι άνθρωποι της οποίας βιώνουν εκ νέου την αγωνία ενός καταστροφικού πολέμου. Ο οποίος φαντάζει μεν απίθανο ενδεχόμενο, όμως μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα έντασης πολλά είναι δυνατόν να συμβούν ακόμη κι από ένα λάθος. Οι ηγεσίες των χωρών διαβουλεύονται επίσημα κι ανεπίσημα υπό την πίεση των κρίσιμων εξελίξεων. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο όμως συμπίπτει να ασκεί την προεδρία της Ε.Ε. η Γαλλία, η δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη που φαίνεται να διεκδικεί πλέον έναν ηγετικό ρόλο στο πλαίσιο της Ενωσης των «27». Τούτο προκύπτει τόσο από τις πρωτοβουλίες όσο και από τις δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος σε δύο μήνες και κάτι διεκδικεί την επανεκλογή του στο κορυφαίο αξίωμα της Γαλλίας.

Με την κινητικότητα του προέδρου Μακρόν, ως προεδρεύοντος δε της Ε.Ε., επανήλθε αφενός η Ενωση στο διεθνές προσκήνιο διεκδικώντας τον δικό της ρόλο κι αφετέρου φάνηκαν τα χρόνια κενά ηγεσίας των Βρυξελλών, απ’ όπου τόσο η Φον ντερ Λάιεν, όσο κι οι δύο συμπρόεδροί της απλώς παρακολουθούν τα τεκταινόμενα. Η μεταβολή αυτή συντελείται σε μια συγκυρία αλλαγών μέσα στη Γερμανία, η οποία έχει έναν νέο (και αδοκίμαστο) καγκελάριο, όπως και μια νέα «πολυχρωματική» κυβέρνηση. Ο καγκελάριος Ολαφ Σολτς είχε ήδη την πρώτη του γνωριμία με την αμερικανική υπερδύναμη στην Ουάσινγκτον, όπου έδειξε κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Μπάιντεν να αντέχει σχετικά την πίεση του κατεστημένου των ΗΠΑ. Τουλάχιστον δεν «κώλωσε», όπως νόμιζαν και το εύχονταν αρκετοί εντός κι εκτός Γερμανίας.

Οι αντοχές του Ολαφ Σολτς όμως θα εκτιμηθούν αφού θα έχει γίνει μια ανάλυση των συνομιλιών του με τον πρόεδρο της Ρωσίας Πούτιν, ο οποίος είχε προηγουμένως στη Μόσχα μια πολύωρη συνομιλία με τον Γάλλο ομόλογό του, Μακρόν. Τα δύο αυτά γεγονότα μέλλεται λίγο ή πολύ να σημαδέψουν μια νέα ιστορική περίοδο για την Ευρωπαϊκή Ενωση, το μέλλον της οποίας καθορίζεται προς το παρόν από την έκβαση της ουκρανικής κρίσης. Οταν δε με το καλό αντιμετωπιστεί η παρούσα δοκιμασία της Ευρώπης κι η Ε.Ε. αρχίσει να αναζητά τον ρόλο της σε διάφορα πεδία των διεθνών σχέσεων, οι ηγεσίες των χωρών- μελών της οφείλουν να θέσουν επί τάπητος το κρίσιμο ζήτημα της δικής τους ασφάλειας: της κοινής ευρωπαϊκής ασφάλειας. Είναι καιρός πλέον να προχωρήσουν στην ίδρυση ενός ευρωπαϊκού στρατού και να τερματίσουν την αμφιλεγόμενη ιστορία του ΝΑΤΟ, το οποίο στοίχισε αρκετά ήδη στην Ευρώπη και στους Ευρωπαίους.