Στη δημόσια σφαίρα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας, το ραδιόφωνο κατά τη μεταπολεμική εποχή έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Μετά ήρθε η τηλεόραση, η οποία ως μηχανισμός ενημέρωσης και πληροφορίας συνέπεσε με τη χούντα (1967-1974). Και τα αποτελέσματα είναι παγκοίνως γνωστά.
Μετά από χρόνια (στην εποχή της Μεταπολίτευσης) το πολιτικο-κοινωνικό κίνημα έθεσε το μείζον πολιτικό ζήτημα της «ελεύθερης ραδιοφωνίας». Είχαν παρέλθει μόλις 10 ή 15 χρόνια μετά την ιστορική στιγμή που η Ελλάδα ως αστικό νήπιο βάδιζε στην πορεία της όταν μια ισχυρή πολιτικο-κοινωνική ομάδα έθεσε το ζήτημα της ελευθερίας στο ραδιόφωνο. Δεν μιλάμε για τις τηλεοπτικές άδειες τότε, την εποχή του 1989-1990. Αλλο ζήτημα αυτό!
Τα θυμήθηκα όλα αυτά επειδή τότε ως φοιτητής δεν είχα αποκτήσει τη διανοητική ικανότητα για να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει. Ο τότε δήμαρχος των Αθηνών, Εβερτ, πρωτοστατούσε για την ελεύθερη ραδιοφωνία και εγώ, ως φοιτητής, έγραφα μαχητικά κείμενα, στα οποία κατέγραφα τη θέση μου (στην «Αυγή»): όσο περισσότερη ελευθερία αποκτούμε στο ραδιόφωνο τόσο λιγότερο ελεύθεροι γινόμαστε ως άτομα!
Για τα σημερινά δεδομένα της ελληνικής ραδιοφωνίας επισημαίνω τα εξής: είτε ακούμε ΣΚΑΪ-ραδιόφωνο, είτε Real FM, είτε οποιονδήποτε άλλο ραδιοφωνικό σταθμό, ο ακροατής αντιλαμβάνεται με την «πρώτη ματιά» πώς και γιατί τα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα έχουν αποκτήσει το «πρώτο χέρι» στη σφαίρα της ενημέρωσης και της πληροφόρησης. Το τελικό σχόλιό μου είναι το εξής: πόσο ελεύθεροι αισθάνονται όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές της «Ελεύθερης ραδιοφωνίας» (1989-1990); Γνωρίζω ότι όλοι έχουν γεράσει, αλλά το επιχείρημα «γηρατειά» δεν είναι ορθολογικό επιχείρημα. Ολοι αυτοί οι πολιτικοί μας γονείς οδήγησαν τη δημόσια σφαίρα στη σημερινή πολιτική απαξίωσή της.
*Πολιτικός φιλόσοφος
