ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εκλογική συρρίκνωση της Χρυσής Αυγής και η καταδίκη της ως εγκληματικής οργάνωσης είναι τεράστιας σημασίας. Το κακό, ωστόσο, δεν εξέλιπε. Μπορεί να αναβιώσει και να διαχυθεί ποικιλότροπα. Η Χάνα Αρεντ ανάλυσε μια κατάσταση ανελευθερίας, στην οποία οι άνθρωποι γίνονται ενεργούμενα. Το ονόμασε κοινοτοπία του κακού. Δεν ασχολούμαι με αυτό, διερευνώ πώς ιδέες της Χρυσής Αυγής (ρατσισμός, αντισημιτισμός, βία…) περνάνε σε μας.

Σε κάθε κοινωνία οι άνθρωποι έχουν εικόνες. Με τη μαζική έλευση μεταναστών από το 1990, κυρίως από Αλβανία και ανατολική Ευρώπη, στην Ελλάδα αναζωπυρώθηκε η ξενοφοβία. Εκτοτε στις μετρήσεις, εγχώριες και διεθνείς, διαπιστώνεται από τις υψηλότερες στον ευρωπαϊκό χώρο αρνητική στάση στους «ξένους».

Στην έρευνα του αμερικανικού Pew Research Center το 2016 σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με τις απόψεις για τους πρόσφυγες/μετανάστες, σε τέσσερις χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Ελλάδα και Ιταλία) πάνω από το 65% των ερωτωμένων φοβόταν ότι θα τους πάρουν τις δουλειές.

H έρευνα έλαβε χώρα σε μια στιγμή μαζικής άφιξης προσφύγων/μεταναστών και πολύ υψηλής ανεργίας. Διόλου τυχαίο ότι τρία χρόνια μετά, το 2019, στην έρευνα του διαΝΕΟσις, το μεταναστευτικό/προσφυγικό αξιολογείται ως πέμπτο πρόβλημα μετά την ανεργία, την εγκληματικότητα/ασφάλεια, την οικονομία και τη Συμφωνία των Πρεσπών. Οι μεταναστευτικές ροές είχαν εν τω μεταξύ μειωθεί και η ανεργία, παρά την εμφανή βελτίωση, παρέμενε συγκριτικά υψηλή.

Οι πολίτες έχουν εικόνα για τους άλλους και για την κατάστασή της. Αυτή διαμορφώνεται από την υφιστάμενη κατάσταση και προσωπικά βιώματα. Στο πλαίσιο αυτό τα κόμματα αφουγκράζονται τις εικόνες των πολιτών, οι οποίες δεν κρυσταλλώνονται πάντα σε σύστοιχες εκλογικές συμπεριφορές. Στη δεκαετία του 1990, η Χρυσή Αυγή επιχείρησε να κεφαλαιοποιήσει την αναπτυσσόμενη ξενοφοβία αλλά τα ποσοστά της παρέμειναν μηδαμινά. Αυξήθηκαν στην κρίση και τα μνημόνια.

Σε φάσεις αύξησης της επιρροής τους, αντισυστημικά κόμματα γίνονται πιο «μετριοπαθή», στρογγυλεύουν τον λόγο τους. Αυτό έκαναν ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, τη Γαλλία την Αυστρία, τη Φινλανδία. Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Οι ναζί στη Γερμανία και επίγονοί τους σήμερα δεν το έκαναν. Δεν το έκανε και η Χρυσή Αυγή, παρά τις «φιλικές» νουθεσίες. Ταυτόχρονα, επειδή ο λόγος αυτός είχε απήχηση, δυνάμεις, όπως η ΝΔ, τουλάχιστον τμήματά της, υιοθέτησαν μέρος του («λαθρομετανάστες», «ανακατάληψη πόλεων»), συμβάλλοντας στο να γίνει καθημερινός ο λόγος αυτός και να διαχέεται περαιτέρω. Η νουθεσία/επιθυμία αντανακλάται και στη δημοσκόπηση της Prorata για την «Εφημερίδα των Συντακτών» αμέσως μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής. Το 21% των ερωτωμένων, πιθανόν περισσότερο αύριο, δηλώνει ότι μία μετριοπαθέστερη Χρυσή Αυγή θα ήταν ωφέλιμη για τη χώρα.

Συνεπώς ιδέες τις Χρυσής Αυγής δεν είναι ξένες σε ορισμένους από μας. Πού οφείλεται αυτό; Μελέτες στη Γαλλία για το Εθνικό Μέτωπο έδειξαν ότι αρχικά έπαιρνε υψηλά ποσοστά σε εύπορες συνοικίες με λίγους μετανάστες. Αρα η επιλογή ήταν περισσότερο ιδεολογική. Το ίδιο ισχύει και για άλλοτε ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής: στρατιωτικούς, αστυνομικούς, νέους άνδρες. Η συγγένεια είναι περισσότερο πολιτισμική, παραπέμπει στον ανδρισμό, τον τσαμπουκά και ενδεχόμενα την ιδεολογική τους εκπαίδευση.

Βασική, ωστόσο, αιτία της στροφής στη Χρυσή Αυγή ήταν τα σωρευμένα προβλήματα. Η πολύχρονη κρίση, η ανεργία, η ανασφάλεια αλλά και η χρόνια κρατική αναποτελεσματικότητα συνέθεσαν το ευνοϊκό υπόστρωμα για αρκετούς: αγρότες, άνεργους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αυτοπασχολούμενους, συνήθως γένους αρσενικού. Αυτό μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι οι μισοί από αυτούς δεν αυτοορίζονταν ως «ακροδεξιοί» αλλά ως «κεντρώοι». Διόλου τυχαίο πάλι ότι Χρυσή Αυγή ήθελε να ενεργεί ως παράλληλο κράτος και ως τιμωρός των υποτιθέμενων υπευθύνων για τα δεινά, των ξένων.

Ασφαλώς όσοι έχουν οξυμένα προβλήματα δεν στρέφονται αναγκαστικά σε ναζιστικά μορφώματα. Η κρίση όμως εκτρέφει τέτοιες συμπεριφορές. Θυμίζω ότι οι Γερμανοί πανεπιστημιακοί, θιγμένοι από την οικονομική κρίση στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μετέβαλαν ριζικά πολιτική στάση, αρκετοί έγιναν αντισημίτες και ναζί.

Κάνουμε τεράστιο λάθος να υποτιμούμε την πολύχρονη κρίση και τις πολλαπλές της συνέπειες. Οξυνε τις ανισότητες, φτωχοποίησε κόσμο, σώρευσε οργή, πόνο. Κάνουμε μεγάλο λάθος αν νομίζουμε ότι αυτά τελείωσαν. Μια περιδιάβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μαρτυρά την έκταση και την έντασή της. Οσο οι κυβερνώντες αγνοούν την πτυχή αυτή και την εξωραΐζουν, όπως ακριβώς κάνουν οι σημερινοί, αργά ή γρήγορα θα κληθούν να λογαριαστούν μαζί της.

 *καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών