Ο Ερντογάν επιμένει στο αφήγημα στο οποίο η Τουρκία είναι -για δεύτερη φορά μετά από έναν αιώνα- πολιορκημένο φρούριο από τη Δύση, που επιβουλεύεται όχι απλώς τα ζωτικά της συμφέροντα, αλλά αυτή την ίδια την ύπαρξή της ως κυρίαρχου κράτους.
Στη λογική του αφηγήματος η διολίσθηση της λίρας είναι μια συνιστώσα της πολιορκίας.
Η Συνθήκη των Σεβρών δεν εφαρμόστηκε ποτέ γιατί πριν από την υπογραφή της η Δύση είχε διασπαστεί.
Η Ιταλία προσγειώθηκε απότομα στη μεταπολεμική πραγματικότητα όταν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία απέρριψαν τις διεκδικήσεις της στη Δαλματία και στη Μικρά Ασία.
Στη συνέχεια η Γαλλία εξομάλυνε τις σχέσεις με τον Κεμάλ, αφού είχε προηγηθεί η σύγκρουσή της με τη Βρετανία η οποία έβλεπε σαν γεωπολιτική παρενόχληση την παρουσία του Παρισιού στη Συρία και στον Λίβανο.
Τέλος οι ΗΠΑ, με τον πρόεδρό τους Ουίλσον να έχει πρωταγωνιστήσει στη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, είχαν ήδη δρομολογήσει την επιστροφή τους στον απομονωτισμό.
Με δεδομένη την πολυδιάσπαση των νικητών η Σοβιετική Ρωσία προσέγγισε τους δύο άλλους δυσαρεστημένους από τη Νέα Τάξη που περιέγραφαν οι συνθήκες, τη Γερμανία της Βαϊμάρης και την Τουρκία του Κεμάλ.
Οι αναλογίες, τόσο σε επίπεδο εντυπώσεων όσο και σε επίπεδο ουσίας, με τη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι προφανείς.
Ο Ερντογάν αξιοποιεί την απόκλιση έως αντιπαράθεση της Γαλλίας και της Γερμανίας αλλά και την απροθυμία της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Μάλτας να αποδεχτούν γαλλική πρωτοκαθεδρία στη Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται στο έπακρον την απόκλιση ανάμεσα στον Τραμπ και στους μηχανισμούς του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου στη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.
Ετσι μπορεί μέχρι στιγμής με διαχειρίσιμο κόστος να δηλώνει «παρών» στη Λιβύη, στη Συρία και στο Ιράκ και να υιοθετεί παρεμβατική ρητορική στον Καύκασο.
Τα παραπάνω εμπεριέχουν τον κίνδυνο της υπερεξάπλωσης και της ενίσχυσης και διεύρυνσης του ήδη διαμορφωμένου μετώπου δυσαρεστημένων από τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Ερντογάν.
