Ενα δροσερό αεράκι κατεβαίνει από το βουνό, περνάει μέσα από τα ανθισμένα περιβόλια του Ιούνη και φτάνει στην αυλή. Το στρωμένο τραπέζι κάτω από την κληματαριά έχει πάνω του τα απολύτως απαραίτητα. Μια καράφα με μακρύ λαιμό για το καλύτερο κρασί των μεσογείων και ένα πιάτο με τυρί και παξιμάδια. Νομίζεις πως η αταξία ενός κόσμου που φλέγεται από αναταράξεις είναι αδύνατον να εισβάλει εδώ.
Λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη μητρόπολη, μακριά από τις τηλεοράσεις και το Διαδίκτυο, χρειάζεται να διασχίσει κανείς για να βρεθεί πίσω στο «πρωτόγονο». Λίγα χιλιόμετρα για να πάψεις να σκέφτεσαι τον κόσμο σαν αιώνια νύχτα που υπομένεις καρτερικά να φωτίσει. Κάθεται κοντά στο τραπέζι και αναπνέει ελεύθερος. «I can’t breathe, I can’t breathe man» – αυτό το «δεν μπορώ να αναπνεύσω» του Φλόιντ θυμάται ξανά μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, που τα πάντα αναπνέουν και χαίρονται τη σύνδεσή τους με τη φύση και τα αγαθά της. Εχει χαραχτεί στο μυαλό του, δεν μπορεί να το ξεχάσει, ειδικά εδώ.
Ισως είναι ο πιο απάνθρωπος θάνατος να σκοτώνεις κάποιον αφαιρώντας του αργά και βασανιστικά την αναπνοή του. Τίποτα δεν ζει χωρίς ν’ ανασαίνει.
Ο Φλόιντ ίσως έδωσε την ανάσα του στο κίνημα για τα δικαιώματα και έτσι θα μείνει «ζωντανός» σαν εκείνο το παράδοξο του Μπρεχτ: «Ολα αλλάζουν. Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή. Μα ό,τι έγινε, έγινε. Και το νερό που έριξες στο κρασί σου δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις. Ο,τι έγινε, έγινε. Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή».
Αλλά τίποτα δεν ζει χωρίς να ανασαίνει, ξαναλέει, κι ανοίγει την καράφα να αναπνεύσει και το κρασί που είναι μέσα. Κοιτά γύρω του τη φύση στην πλήρη αρμονία μιας συλλογικής αναπνοής και σκέφτεται το «Βιβλίο των φανταστικών όντων» του Μπόρχες, όπου παρομοιάζεται η γη με μια τεράστια φάλαινα, όταν αναπνέει κοιμισμένη έχουμε άμπωτη κι όταν ξυπνάει κι εκπνέει έχουμε παλίρροια.
Οσο κι αν είναι τεραστίων διαστάσεων, η ανθρωπότητα της κλείνει σιγά σιγά την αναπνοή με το «γόνατό» της. Και δεν ακούει, δεν ακούει το «I can’t breathe» που εκπέμπει.
Τίποτα δεν ζει χωρίς να αναπνέει, λέει ξανά, ούτε ο Θεός, και φέρνει στον νου του ένα ινδικό ποίημα που βρήκε στα στιχάκια του ημερολογίου.
«Ο Καμπίρ λέει: Μαθητή, πες μου, τι είναι ο Θεός;»
«Είναι η ανάσα μέσα στην αναπνοή». Το θαύμα της ανάσας. Το πολύτιμο μυστικό της ζωής.
