Η σκληρή γλώσσα του Μακρόν απέναντι στον Ερντογάν για τον περιφερειακό παρεμβατισμό της Αγκυρας στη Λιβύη, στην ανατολική Μεσόγειο και στη Συρία αποτυπώνει μια εικόνα συνολικής μετωπικής σύγκρουσης των δύο χωρών στην ευρύτερη περιοχή.
Με την πολιτική του ο Ερντογάν παρενοχλεί τη Γαλλία σε δύο περιοχές όπου στο παρελθόν το Παρίσι διαδραμάτισε κυρίαρχο ρολό.
Προστάτης των χριστιανών του Λιβάνου από τον 19ο αιώνα η Γαλλία διοίκησε τη χώρα μαζί με τη Συρία από το 1920 μέχρι το 1941, όταν τερματίστηκε η παρουσία της με βρετανική εισβολή.
Η άνοδος του Καντάφι στην εξουσία στη Λιβύη τον Σεπτέμβριο του 1969 έδωσε στη Γαλλία του Πομπιντού την ευκαιρία να δηλώσει παρούσα στη Βόρειο Αφρική λίγα χρόνια μετά τον τερματισμό της γαλλικής παρουσίας στο Μαρόκο, στην Τυνησία και στην Αλγερία.
Η αρχική επένδυση στο καθεστώς Καντάφι εξελίχθηκε για τη Γαλλία σε μια διαρκή εναλλαγή έντασης και ύφεσης, χωρίς ποτέ όμως να αμφισβητείται η προνομιακή επιρροή του Παρισιού στην Τρίπολη.
Σήμερα εκ των πραγμάτων ο Ερντογάν και οι περιφερειακές φιλοδοξίες του αμφισβητούν έμπρακτα τη συνολική προσπάθεια της Γαλλίας να ασκήσει βαρύνοντα ρόλο στη Μεσόγειο.
Μια φιλοδοξία που έχει σχέση συγκοινωνούντων δοχείων με τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, με δεδομένο ότι μια βαρύνουσα γαλλική επιρροή στη Μεσόγειο θα εξισορροπούσε την προνομιακή επιρροή της Γερμανίας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Επιπλέον είναι σαφές ότι η παρουσία της Γαλλίας στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και τη Λιβύη θα ενισχύσει εκ των πραγμάτων και με μια γεωπολιτική συνιστώσα την πρωτοκαθεδρία του Παρισιού στον Νότο της Ε.Ε. – ευρωζώνης.
Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 η Γαλλία ήλθε στα πρόθυρα της ανοιχτής ρήξης με τη Βρετανία που προσπαθούσε να αποτρέψει την υπαγωγή των Συρίας – Λιβάνου σε γαλλική διοίκηση.
Η αντιπαράθεση Γαλλίας – Τουρκίας στη Μεσόγειο κάθε άλλο παρά δυσαρεστεί τη Μόσχα και το Βερολίνο, που διευρύνουν τα περιθώρια τακτικών ελιγμών τους στα θέατρα των εντάσεων και συγκρούσεων της ευρύτερης περιοχής.
