Η κυρία Φ., τα καλοκαίρια, κάθε πρωί ανοίγει από πολύ νωρίς το παράθυρο. Σηκώνει το παντζούρι. Είναι από αυτά τα παντζούρια που στηρίζονται στις άκρες από δύο σίδερα, μοιάζουν λίγο σαν τέντες και λίγο σαν αντίσκηνα. Το μικρό διαμέρισμά της δεν έχει μπαλκόνι, μόνο αυτό το παράθυρο. Το παράθυρο έχει μοναδική θέα στο στενό δρομάκι και στην είσοδο της πολυκατοικίας απέναντι.
Πολύ συχνά, μπροστά του παρκάρουν τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Τα παράθυρα των οδηγών έρχονται δίπλα στο παράθυρο της κυρίας Φ. Ετσι, όταν αυτοί παρκάρουν, είναι αδύνατο να μη δουν την ευγενική ηλικιωμένη κυρία με τα λαμπερά μάτια και το ακόμα πιο λαμπερό χαμόγελο.
Από το μικρό της παράθυρο η κυρία Φ. έχει γνωρίσει όλους τους γείτονες που μένουν σε ορόφους και σε ρετιρέ με τη μεγάλη θέα στο βουνό, στον ουρανό, στη θάλασσα. Η γυναίκα με τους καλούς τρόπους έγινε κάτι σαν θυρωρός της γειτονιάς. Τόσα χρόνια, είδε τις ετοιμόγεννες να φεύγουν βιαστικά για τα μαιευτήρια, είδε τα παιδιά τους να ξεκινούν πρωί πρωί με κλάματα για την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, τα είδε μετά να κάθονται έφηβοι στα σκαλάκια της πολυκατοικίας, κι αργότερα να έρχονται για επίσκεψη.
Είδε ασθενοφόρα, γείτονες να επιστρέφουν και να της γνέφουν, λέγοντας «όλα καλά κυρία Φ.», και αποχαιρέτησε άλλους γείτονες που δεν επέστρεψαν ποτέ. Εδωσε ένα ποτήρι νερό σε κάθε διψασμένο που στάθηκε στο παράθυρό της, κάτι τέτοιες μέρες του καλοκαιριού που ζεματούσαν τα τσιμέντα. Δέντρο το παράθυρό της και δροσερή πηγή.
«Μήπως σας ενοχλεί το αυτοκίνητο κυρία Φ.; Να το βάλουμε παραπέρα;», τη ρωτούσαν συχνά. «Σώπα παιδάκι μου, πού να ταλαιπωρείσαι τώρα και να ψάχνεις θέση!», ήταν η απάντησή της.
Η κυρία Φ. από το χαμηλό ύψος του δίχως θέα παραθύρου της είχε όλη τη θέα μιας καθημερινότητας δικής μας, πιο αληθινή από ό,τι γνωρίζαμε εμείς. Το σπίτι της φαντάζει στα μάτια των γειτόνων της σαν όαση. Ακτινοβολεί ανθρωπιά. Και θα ακτινοβολεί πάντα. Κι ας έμεινε από προχθές κατεβασμένο το παντζούρι της. Κι ας μην ξανανοίξει πια ποτέ το παράθυρό της. Η θέση-πάρκινγκ έμεινε άδεια. Κανείς από τη γειτονιά δεν πήγε να παρκάρει στο παραθύρι της. Βάλανε μόνο λίγες καρέκλες εκεί. Κάθονται δίπλα της σήμερα, της κάνουν «παρέα». Και βλέπουν τον στενό δρόμο από το ίδιο ύψος που τον έβλεπε εκείνη.
