ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να ’μαστε στη μέση της ποίησης, γιατί τι άλλο είναι το καλοκαίρι κι ο Ιούλιος κι ο Αύγουστος παρά μέρος ενός ποιήματος του χρόνου. Μ’ αυτή την ελληνικότητα του χώρου σε φως και ήχο. Με κλειστά μάτια δέχεσαι τη σκληρότητα συνάμα και την απαλότητα. Εννοιες διάφορες απ’ το περιεχόμενο που δίνουν στις λέξεις τα λεξικά.

Νιώθω την αλμύρα της θάλασσας στα χείλη μου. Πορεύομαι και βγαίνω νοτισμένος απ’ τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Κολυμπάς μέσα στις ελιές, στις αγριαπιδιές, στους λιγοστούς μπαξέδες. Τα βήματά σου περνάνε από κατσικίσια μονοπάτια. Παραμερίζεις αγριελιές, σχίνα, πρινάρια και βγαίνεις στη θάλασσα. Μια θάλασσα που λίγοι θα τη γνωρίσουν. Αυτός είναι ο πλούτος.

Μακάριοι όσοι τον επιζητούν κι όσοι τον γεύονται. Οσο κι αν κοιτάζεις τούτο το κομμάτι του νησιού, τόσο το επιθυμείς. Στ’ αυτιά σου ήχοι μακρινοί, αρχέγονα τοπωνυμία· Τάρτι, Φαρά, Τσαφ, Τσίλια, Λιγονάρι, Ιλεύκος. Πού να πελεκήθηκαν αυτές οι λέξεις, στ’ αρχαία λατομεία της περιοχής ή στα βάθη της θάλασσας; Ηρθαν ώς τις μέρες μας σηματωροί των νερών και των χωμάτων. Πλέουν και πάνε. Ερχονται απ’ το μακρινό χθες και ταξιδεύουν…

Το μάτι σου αναζητά, στα βαθιά, να βρει κάνα πλεούμενο, ένα δελφίνι, κάτι που να γεμίσει την εικόνα που βρήκες. Να ‘ναι η ανθρώπινη απληστία; Οχι. Σου φτάνει κι ένα ασπρισμένο ξύλο, ένας φελλός, μια ελαφρόπετρα που βγήκαν στα πόδια σου. Το ίδιο σου κάνει και το κρώξιμο των θαλασσοπουλιών. Θα πάρει ο αγέρας τις φωνές, όμως η μουσικότητα θα μπει μέσα σου, θα μείνει σε όσους έχουν ανοιχτά τα μάτια της ψυχής τους.

Ψάχνεις ένα ντάμι, μιας κυράς του κάμπου, να στεγάσεις τα λιγοστά σου πράγματα. Κάπου πρέπει να ακουμπήσεις το καλοκαίρι που ήρθε. Ενα ράφι για τα μετρημένα βιβλία, δύο καρφιά που θα κρατήσουν μερικά ρούχα, μια πέτρα για το κανάτι του νερού. Κι εκεί στο τραπέζι, ο βασιλικός.

Κι όταν πρωί, αχάραγα, αντικρίζεις τη θάλασσα, κρατάς, χωρίς να το ξέρεις, την ομορφιά του κόσμου. Εσύ, ο βράχος, δύο γλάροι κι άλλες τόσες βάρκες. Απιθώνεις τον εαυτό σου όπου θες. Κάτω απ’ τις περσινές πικροδάφνες, πάνω στα φύκια, στην ψαροκασέλα, στον αφρό των κυμάτων. Ευτυχισμένος εσύ ανάμεσα στους θνητούς, με τόσα πλούτια.

Ορτσα πανιά και ψυχή και ποίηση. Λύσαμε κάβους και πάμε. Ταξιδεύουμε μέρες, χρόνους, αιώνες. Καπεταναίοι, μούτσοι, περιηγητές, ένα τσούρμο με παντιέρα το έχει μας. Αυτό που γράφουν τα χαρτιά, ότι διαβάζουμε με τις αισθήσεις, κείνο που θα λένε οι λέξεις του αύριο.

* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας