Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση από τη μία και τους θεσμούς (ΔΝΤ, ΕΚΤ και Ε.Ε.) από την άλλη, το ζήτημα της γλώσσας και του νοήματος των γλωσσικών εκφράσεων κατέχει πρωτεύουσα θέση. Συνιστά και αυτό πολιτική καινοτομία σε σχέση προς το παλιό καθεστώς των μνημονίων και των τεχνοκρατικών επαφών με την τρόικα. Στις σύντομες παρατηρήσεις που ακολουθούν θα εξηγήσουμε σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική καινοτομία, πού θεμελιώνεται και ποιο είναι το περιεχόμενό της.

Εξ αρχής θα πρέπει να τονιστεί ότι από την 20ή Φεβρουαρίου 2015, οπότε και επετεύχθη η συμφωνία μεταξύ των ελληνικών αρχών και των θεσμών, όπως ρητά σημειώνεται στο κείμενο, η ερμηνευτική δυναμική των προτάσεων που διατυπώνονται και από τις δύο πλευρές στο πλαίσιο των σχετικών διαβουλεύσεων αποκτά το πάνω χέρι σε σχέση προς τη μηχανιστική συγκρότηση και τεχνοκρατική οργάνωση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Για παράδειγμα, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης σε πρώτη φάση και η πολιτική λύση του προβλήματος της φτώχειας στην ελληνική κοινωνία σε μακροπρόθεσμη φάση ως «μεγέθους» της πραγματικής οικονομίας δεν θα ήταν δυνατή, εάν δεν είχαμε ως συλλογικό κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο υιοθετήσει την πολιτική μεθοδολογία των διαπραγματεύσεων και των διαβουλεύσεων με τους δανειστές.

Ολοι μας ως αναγνώστες των σχετικών κειμένων των διαβουλεύσεων ή ως ακροατές των σχετικών συζητήσεων ακούσαμε τον όρο: «δημιουργική ή εποικοδομητική ασάφεια ή αμφισημία» (constructive ambiguity) που χρησιμοποιήθηκε στη δημόσια σφαίρα. Ο όρος αυτός (ο οποίος, ας σημειωθεί, δεν είναι ο μοναδικός, αλλά είναι ενδεικτικός ως προς την ερμηνευτική χρήση της γλώσσας για την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας) χρησιμοποιήθηκε από πολλούς για να καταδείξει ότι τα κείμενα των διαπραγματεύσεων είναι ασαφή και πάσχουν από νοηματική απροσδιοριστία. Οσοι υποστηρίζουν μια τέτοια άποψη ανήκουν σε μια γλωσσική σχολή σύμφωνα με την οποία η γλώσσα και η πραγματικότητα αποτελούν δύο επίπεδα,και το ένα (δηλ. η πραγματικότητα) αναπαρίσταται στο άλλο (στη γλώσσα). Η κλασική γλωσσική σχολή, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας, ανατράπηκε στην περίπτωση των διαβουλεύσεων που επιχειρεί η ελληνική κυβέρνηση με τους δανειστές.

Οι πολιτικοί δρώντες της ελληνικής κυβέρνησης από τη στιγμή που επέλεξαν να εγκαταλείψουν την τεχνοκρατία ως μέθοδο επίλυσης του προβλήματος του κρατικού χρέους και να υιοθετήσουν την πολιτική μεθοδολογία, επόμενο ήταν να εκφράσουν και μια εντελώς άλλη αντίληψη περί γλώσσας. Σε αυτή την περίπτωση οι λέξεις, οι προτάσεις, οι γλωσσικές εκφράσεις δεν αποθηκεύονται σε κάποιο λεξικό, αλλά είναι ζωντανά πράγματα στον κόσμο της ζωής, της κοινωνίας, της οικονομίας, της πολιτικής. Οποιος π.χ. είναι φτωχός είναι καθημερινός πραγματικός άνθρωπος και δεν είναι λήμμα σε κάποιο γλωσσικό λεξικό.

Οι διαπραγματεύσεις που διεξάγονται ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς-εταίρους θεμελιώνονται σε μια σύγχρονη νεωτερική γλωσσική σχολή, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα και το νόημα των γλωσσικών εκφράσεων είναι η χρήση τους (Wittgenstein). Εγκαταλείπουμε λοιπόν την κλασική αναπαραστατική γλωσσική αντίληψη και προσχωρούμε στη σύγχρονη λειτουργική χρηστική ερμηνευτική αντίληψη περί γλώσσας. Αυτό σημαίνει ότι το νόημα των προτάσεων που διατυπώνονται από τις δύο πλευρές δεν είναι δεδομένο, δεν είναι σταθερό, δεν είναι αυτονόητο. Είναι πάντοτε υπό κατασκευή και υπό ερμηνεία. Η ίδια η ερμηνευτική δυναμική των γλωσσικών εκφράσεων καθίσταται η πρώτη αρχή της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας.

Υποστηρίζω λοιπόν δύο πράγματα: πρώτον, ότι η μετάβαση από το τεχνοκρατικό καθεστώς των μνημονίων στην πολιτική μέθοδο των διαπραγματεύσεων συνεπάγεται εκτός των άλλων και έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης της γλώσσας με την πολιτική. Και δεύτερον, η νέα λειτουργική αντίληψη περί γλώσσας, που υιοθετήθηκε στις διαβουλεύσεις με τους θεσμούς, διαμορφώνει τις πραγματολογικές προϋποθέσεις και συνθήκες, για να διασφαλιστεί περαιτέρω ο πολιτικός χαρακτήρας της επίλυσης του προβλήματος του κρατικού χρέους. Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα: η τεχνοκρατία ως μέθοδος επίλυσης του κρατικού χρέους θεμελιώνεται στην ιδέα της γλώσσας ως αναπαράστασης της πραγματικότητας.

Ο κόσμος δεν είναι παρά αριθμοί και μετρήσιμα πράγματα. Η γλώσσα αποθηκεύεται στα λεξικά. Και τα νοήματα παράγονται στο ενδιάμεσο επίπεδο της αναπαράστασης. Στις συνθήκες της πολιτικής διαβούλευσης τα νοήματα επαναπροσδιορίζονται εκτός των αναπαραστατικών πλαισίων στον ορίζοντα των ερμηνευτικών συνθηκών όλων όσοι συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις. Αυτό το τελευταίο συνιστά, εκ των πραγμάτων, από μόνο του την πραγματολογική δυνατότητα να μετατραπεί η ίδια η διαπραγμάτευση ως ομιλιακή κατάσταση σε ανοιχτή δημοκρατική διαβούλευση όλων των ευρωπαϊκών λαών.

*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης