Ο λόγος ξανά για τα ρέματα και ειδικότερα για το ρέμα Πικροδάφνης στη νότια Αθήνα. Κατά καιρούς, έχουμε διαβάσει και έχουμε ακούσει διαφορετικές και αντικρουόμενες προσεγγίσεις σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του ρέματος Πικροδάφνης. Από λογικές τοποθετήσεις έως εξαιρετικά ακραίες και αντικειμενικά μη εφαρμόσιμες.
Οι παραπάνω απόψεις, βέβαια, αφορούν τη συνολική διαχείριση του ρέματος, για την οποία η διοίκηση της Περιφέρειας Αττικής έχει τοποθετηθεί με τον πιο επίσημο τρόπο.
Αφορμή για τις σημερινές επισημάνσεις είναι το παρακάτω γεγονός. Στη συμβολή των οδών Θέμιδος και Πικροδάφνης, εδώ και δύο χρόνια περίπου, το πρανές του ρέματος έχει υποστεί σοβαρή διάβρωση, η οποία συνεχώς επεκτείνεται.
Αποτέλεσμα της διάβρωσης αυτής είναι αρχικά να παρασυρθούν δέντρα που υποχώρησαν από το σαθρό υπόβαθρο, τα εναπομείναντα δέντρα να είναι πλέον με εμφανείς τις ρίζες και έτοιμα να πέσουν, το πεζοδρόμιο να είναι κυριολεκτικά στον αέρα και ο παράπλευρος δρόμος να είναι στα όρια της αντοχής του.
Ο παραπάνω συνδυασμός αποτελεί μέγιστο κίνδυνο για τους διερχόμενους πεζούς συμπολίτες μας, αλλά και για τα αυτοκίνητα. Η συνεχιζόμενη διάβρωση επέβαλε, βέβαια, αρχικά, τον αποκλεισμό του σημείου.
Οι αυτοψίες των τεχνικών της Περιφέρειας από την πρώτη στιγμή έδειξαν ότι, λόγω της επικινδυνότητας για τους διερχόμενους συμπολίτες μας, υπάρχει λόγος για άμεση παρέμβαση στο συγκεκριμένο σημείο.
Η μελέτη κατέδειξε δε ότι υπάρχει αναγκαιότητα παρέμβασης σε μήκος 25-30 μέτρα. Ουσιαστικά, πρόκειται για στήριξη του σημείου αυτού με την ελάχιστη δυνατή παρέμβαση, με τον πιο ήπιο και φιλικό τρόπο.
Πάντα με απόλυτο σεβασμό στο οικοσύστημα της περιοχής και τη μη αλλοίωση της φυσικότητας. Επιχειρούμε δε με απόλυτη προτεραιότητα την ασφάλεια των συμπολιτών μας αλλά και την προστασία της φύσης.
Ως γνωστόν, το ρέμα της Πικροδάφνης διαπερνά πυκνοκατοικημένους δήμους και, ουσιαστικά, έχει καταστεί αστικό. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπογενής παρέμβαση πολλών δεκαετιών μάς υποχρεώνει -όπου επιβάλλεται- σε ήπιες παρεμβάσεις, προκειμένου από τη μία να διασφαλίσουμε την ύπαρξη του ρέματος και από την άλλη την ασφάλεια των συμπολιτών μας στην περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η Τεχνική Υπηρεσία της Περιφέρειας Αττικής ζήτησε και πήρε από τους αρμόδιους φορείς την άδεια διενέργειας της συγκεκριμένης αποκατάστασης.
Είναι βέβαια απορίας άξιον πώς ελάχιστοι συμπολίτες μας, μετρημένοι στα δάχτυλα, προσπαθούν να αποτρέψουν ακόμα και αυτήν την άκρως αναγκαία αποκατάσταση. Δεν υπολογίζουν κανέναν κίνδυνο για τους διερχόμενους συμπολίτες μας και συστηματικά παραπλανούν με αναλήθειες.
Μιλούν για δήθεν «τσιμεντοποίηση» του ρέματος, χρησιμοποιούν φανταστικούς αριθμούς σε σχέση με το μήκος της αποκατάστασης και εσκεμμένα δημιουργούν σύγχυση της συγκεκριμένης αποκατάστασης με τη συνολική μελέτη οριοθέτησης του ρέματος, η οποία βρίσκεται στο ΣτΕ.
Οσοι ασχολούνται καιρό με την υπόθεση αυτήν, γνωρίζουν. Δεν είναι επί του παρόντος να μιλήσουμε ούτε για τους αυθαιρετούντες ούτε για τους παρανομούντες ούτε για τους υπερασπιστές της «νομιμότητας». Το έχουμε κάνει στο παρελθόν, όταν είχαμε πάλι ψευδή δημοσιεύματα για το ρέμα.
Είχαμε τονίσει στο παρελθόν -και το ισχυριζόμαστε και σήμερα- ότι δεν είναι δυνατόν η ανομία να μένει στο απυρόβλητο.
Η αυθαιρεσία και η παρανομία σε αυτήν τη χώρα έχουν ονοματεπώνυμο. Η αυθαιρεσία και η παρανομία έχουν συγκεκριμένα καταστροφικά αποτελέσματα.
Ολοι, βέβαια, γνωρίζουν τη στάση της Διοίκησης απέναντι στα φαινόμενα της ανομίας. Ας γνωρίζουν για μια ακόμη φορά ότι δεν θα επιτρέψουμε να κινδυνέψει κανένας συμπολίτης στον βωμό των παραλογισμών στην καλύτερη περίπτωση ή της ανομίας στη χειρότερη περίπτωση.
Κλείνοντας, θα επαναλάβω την πάγια θέση της Διοίκησης. Δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω σε κάθε λογής παρανομούντες, καταπατητές και εμπόρους ελπίδας. Γιατί η υπόθεση αυτή δεν αφορά μια Διοίκηση, έναν δήμο ή μια ομάδα πολιτών: αφορά την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, του περιβάλλοντος, την ασφάλεια των πολιτών.
*αντιπεριφερειάρχης Νοτίου Τομέα
