Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η δωρεάν παροχή βιβλίων στους φοιτητές των πανεπιστημίων, αν και είναι μέτρο που θεσπίστηκε από τη χούντα, στηρίζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δημόσια και δωρεάν παιδεία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η εκπαιδευτική διαδικασία που βασίζεται στη μελέτη και εξέταση ενός και μοναδικού βιβλίου, ιδιαίτερα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση όπου υποτίθεται ότι οι φοιτητές μαθαίνουν να ερευνούν και να μελετούν συνδυαστικά, μάλλον δεν έχει να κερδίσει πολλά από το υφιστάμενο σύστημα, καθώς το διδακτικό όφελος είναι πολύ μικρό – εκτός των σεμιναρίων που εμβαθύνουν στην ανάλυση ενός (λόγου χάριν, φιλοσοφικού ή λογοτεχνικού) κειμένου, όπου σε αυτή την περίπτωση το ένα βιβλίο είναι επιβεβλημένο.

Η πλειονότητα των φοιτητών αντί να μαθαίνει να χρησιμοποιεί τις βιβλιοθήκες, τον κατεξοχήν χώρο έρευνας και παραγωγής επιστημονικής γνώσης, καταφεύγει στην αποσπασματική ανάγνωση ενός βιβλίου για να περάσει το μάθημα.

Το μέτρο αυτό με όλες του τις αντιφάσεις έχει όμως στηρίξει και στηρίζει τα σοβαρά εκδοτικά εγχειρήματα στην Ελλάδα. Σε μια χώρα με τόσο περιορισμένο αναγνωστικό κοινό δεν θα μπορούσαν να παραχθούν βιβλία επιστημονικής θεωρίας χωρίς την εξασφαλισμένη ζήτηση από τα πανεπιστήμια. Βεβαίως, όπως συμβαίνει ενίοτε με τις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με το Δημόσιο, έχουν γίνει καταχρήσεις από την πλευρά των προμηθευτών-εκδοτών και υπάρχουν κραυγαλέα παραδείγματα βιβλίων που έχουν μοιραστεί στα πανεπιστήμια και που τους έχουν αποδοθεί τεχνικά χαρακτηριστικά τέτοια ώστε η τιμή που παίρνουν από την κοστολόγηση να εκτοξεύει το περιθώριο κέρδους του εκδότη και φυσικά να ληστεύει τον δημόσιο προϋπολογισμό.

Οποιες και αν είναι οι αντιρρήσεις για το σύστημα δωρεάν διανομής βιβλίων στους φοιτητές, και είναι μάλλον εύλογες, δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στον εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας. Βιβλία απαιτητικά που έχουν τεράστιο οικονομικό ρίσκο για τους εκδοτικούς οίκους, και που δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν αλλιώς, βγαίνουν χάρη στην εξασφαλισμένη διανομή τους. Οι δε φοιτητές έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν σημαντικά βιβλία, φροντισμένα, επιμελημένα, καλαίσθητα και να δημιουργούν σιγά σιγά την προσωπική τους βιβλιοθήκη. Βιβλία κανονικά και όχι τις σημειώσεις του καθηγητή.

Η οικονομική ύφεση και τα σφικτά δημοσιονομικά των τελευταίων ετών υπενθυμίζουν ότι το κόστος αγοράς των συγγραμμάτων από το υπουργείο Παιδείας είναι πια δύσκολα αντιμετωπίσιμο. Στο πλαίσιο «συμμαζέματος» των οικονομικών πάρθηκαν μέτρα οριζόντια χωρίς καμία μελέτη και σχεδιασμό, όπως η μείωση 15% επί υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου, αλλά και πιο ολοκληρωμένες προτάσεις όπως η τελευταία της αναπληρώτριας υπουργού Σίας Αναγνωστοπούλου, που περιλάμβανε μειώσεις στις τιμές ανάλογα με την παλαιότητα, το πλήθος των διανεμημένων αντιτύπων, έθετε τεχνικές προδιαγραφές όπως το πλήθος των αράδων ανά σελίδα κ.ο.κ.

Η διανομή πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, ωστόσο, στηρίζεται σε μια θεμελιώδη παρεξήγηση σε ό,τι αφορά τους περισσότερους εκδότες. Και η παρεξήγηση οφείλεται ακριβώς στον όρο συγγράμματα. Οι περισσότεροι εκδότες, τουλάχιστον αυτοί που σέβονται τον εαυτό τους, επενδύουν με δικά τους κεφάλαια στην εκδοτική παραγωγή.

Αγοράζουν δικαιώματα, κάνουν μεταφράσεις, επιμελούνται τα βιβλία τους και τελικά παράγουν άρτια βιβλία ως προς τα ποιοτικά και αισθητικά τους χαρακτηριστικά. Βιβλία που απευθύνονται σε αναγνώστες και όχι συγγράμματα. Το ότι κάποια από αυτά τα βιβλία χρησιμοποιούνται και ως διδακτικά στα πανεπιστήμια είναι δευτερεύον ζήτημα, οπωσδήποτε ευχάριστο για τον εκδότη-επιχειρηματία.

Οι πελάτες-αποδέκτες όμως αυτών των βιβλίων είναι η ελεύθερη αγορά και με τέτοια κριτήρια εκδίδονται αυτά τα βιβλία. Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση των εκδοτών από το υπουργείο Παιδείας ενοχλεί τους εκδότες που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Το καθεστώς ομηρίας, στο οποίο βρίσκονται οι εκδότες με τις καθυστερήσεις στις κοστολογήσεις και τις πληρωμές των βιβλίων, πέρα από τη δυσάρεστη αίσθηση που δημιουργεί σε πολλούς, ότι χρηματοδοτούν τη δημόσια εκπαίδευση με τα δικά τους κεφάλαια, φέρνει σε ασφυξία επιχειρήσεις που ούτως ή άλλως δυσκολεύονται αρκετά.

Η κοστολόγηση των βιβλίων που γίνεται με κριτήριο τον αριθμό των σελίδων και παραβλέπει τελείως ουσιώδη χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει ένα βιβλίο και που παίζουν σημαντικό ρόλο στο κόστος παραγωγής, όπως για παράδειγμα η μετάφραση, ενισχύει απλώς αυτή την εντύπωση και έχει σαφέστατα μειωτικό χαρακτήρα.

Η εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και οι εκδότες θεωρούν ότι μια σοβαρή προσπάθεια θα έπρεπε να κινείται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των βιβλιοθηκών. Μια τέτοια αναδιοργάνωση, που θα σήμαινε εξορθολογισμό της παρούσας κατάστασης, μπορεί να ξεκινήσει άμεσα και θα έχει τη στήριξη όχι μόνο των σοβαρών εκδοτών αλλά ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας και της κοινής γνώμης.

*εκδότρια, πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών