«Μετά είκοσιν έτη». Ηταν ο τίτλος ενός δημοφιλούς ρομαντικού μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα, με μεγάλη επιτυχία στο αναγνωστικό κοινό. Μετά είκοσι έτη σιωπής, ο Κώστας Λαλιώτης, από τους στυλοβάτες του καθεστώτος του ΠΑΣΟΚ, προβαίνει σε «ηχηρή παρέμβαση» (κατά τη διατύπωση ορισμένων από τους εναπομείναντες πολιτικούς του φίλους).
Ποικιλία ερμηνειών ακολούθησαν την «παρέμβαση». Από την απλούστερη, στην άκρως αργοπορημένη αντίδραση στη λήθη, που επιφέρει ο πανδαμάτωρ χρόνος, σε αγαστή σύμπνοια με τη διάψευση των φιλόδοξων μεγάλων προσδοκιών («αχ, πούσαι νιότη πούδειχνες πως θα γινόμουν άλλος…»).
Αλλη ερμηνεία: το ευγενές κίνητρο της αποκατάστασης των «πεπραγμένων» του μέντορά του Ανδρέα Παπανδρέου, που η ιστορική μνήμη του έχει καταπέσει πλέον στο ναδίρ.
Με την τελευταία εκδοχή συνδυάζεται η ενδεχόμενη πρόθεση του πάλαι ποτέ ιστορικού σοσιαλιστή ηγέτη να επωφεληθεί και παρεμβληθεί στην κινητικότητα που παρατηρείται στον χώρο των μικρότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης, κηδόμενος του ιστορικού αποτυπώματος που άφησε ο ηγέτης του κινήματος. Απίθανο, αλλά όχι αποκλειόμενο ενδεχόμενο.
Αλλωστε και οι δύο ερμηνείες μπορούν κάλλιστα να συντρέξουν με αυτήν.
Η κινητικότητα αποτελεί κάποιου είδους ευκαιρία, ένα ξεχασμένο χαρτί που ίσως σκέφτηκε να παίξει ο δεινός παίκτης του Κινήματος.
Ξεχασμένο χαρτί; Θα αντιτάξουν οι περισσότεροι. Πρόκειται για καμένο χαρτί, θα αποφανθούν.
Συμπληρωματικά, τι συγκροτεί άλλωστε την ιστορική μνήμη του μακαρίου τη λήξη ΠΑΣΟΚ και του εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντος αρχηγού του;
Πρόκειται για «αδρανή υλικά», με τα οποία δεν μπορεί να οικοδομηθεί το θρυλικό, διάδοχο συγκρότημα της Κεντροαριστεράς.
Ασφαλώς ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Αριστερά. Δεν ξεχνά όμως και τι σηματοδοτεί για τη χώρα η περίοδος της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.
Δεν είναι μόνον το εμβληματικό μόρφωμα του «λαϊκισμού» – φαινομένου σήμερα που συμπυκνώνει όλα τα δεινά, κατά την κρατούσα άποψη.
Είναι η καθιέρωση της πολιτικής διγλωσσίας, όχημα δολιότατης πολιτικής αποπλάνησης. Είναι η νομιμοποίηση του «οικονομικού δώρου», της μίζας. Πώς να αποκατασταθεί στη λαϊκή συνείδηση η μνήμη αυτής της εποχής; Πού μπορεί να δει κανείς σ’ αυτή μόνο «αρνητικά στερεότυπα;»
Δείγμα της διγλωσσίας αποτελεί η συζήτηση για την Κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία. Πρόκειται για ψευδώνυμα, που αποκρύπτουν την εναγώνια προσδοκία της επιστροφής του παρελθόντος. Ματαίως όμως.
Ο νεοφιλελευθερισμός διαδέχθηκε τον κλασικό καπιταλισμό με πρόθεση να παραμείνει. Η επιχειρούμενη ανασυγκρότηση του χώρου της Κεντροαριστεράς είναι εγχείρημα μάταιο. Στερείται από κοινωνικά ερείσματα.
Το τέλος του δικομματισμού, που επήλθε ή επέρχεται όντως, δεν ταυτίζεται με το τέλος του διπολισμού.
Στη χώρα μας (όπως και σε πολλές άλλες) οι κομματικοί σχηματισμοί διαμορφώνονται κάτω από δύο διαφορετικούς αστερισμούς. Κυριαρχεί η κοινωνική και πολιτική πόλωση.
Ο κόσμος του πλούτου που συσσωρεύεται και ο κόσμος της ένδειας που εξαθλιώνει.
Τη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εποχή οικονομικής ευμάρειας και του προλεταριάτου, με την πίεση των αγώνων του τελευταίου, ακολούθησε η εποχή των ισχνών αγελάδων, με τα έκδηλα αποτελέσματα του νόμου του φθίνοντος ποσοστού του καπιταλιστικού κέρδους.
Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ υπό το βάρος των αμαρτιών του, αντανακλά το γενικότερο φαινόμενο της κρίσης εκπροσώπησης.
Οι προσπάθειες να αποκατασταθεί όπως όπως αποδιαρθρωμένο πολιτικό σκηνικό δεν τελεσφορούν. Οι απόπειρες συγκρότησης νέων πολιτικών σχημάτων αποτυγχάνουν (Ποτάμι).
Τα «παλαιά υλικά» φαίνονται η μόνη λύση. Σέρνουν τον χορό οι παλαιοί εφθαρμένοι κομματικοί αρχηγοί και αρχηγίσκοι, από τον γραφικό ηγέτη των «Κεντρώων», ως τον θλιβερό τελευταίο «παραγοντίσκο» από τους παρατρεχάμενους του Ανδρέα.
Ανασύρεται από τη ναφθαλίνη ο Σημίτης.
Ολα αυτά με έναν «κοινωνικό αυτοματισμό», χωρίς τον σχεδιασμό και τις συνωμοσίες ενός «σκοτεινού», «μυστικού» κέντρου, όπως θα πιστευόταν παλαιότερα. Ετσι όμως το εγχείρημα γίνεται πιο δύσκολο.
Αβάσιμη υπόθεση θα αποτελούσε η σκέψη ότι μπορεί η «ηχηρή παρέμβαση» του Λαλιώτη να είναι αποτέλεσμα σχεδιασμένης πρωτοβουλίας για μια αντιφιλελεύθερη στρατηγική της Κεντροαριστεράς.
Κατ’ αρχάς, αυτό θα ήταν contradictio in terminis: νεοφιλελεύθεροι (από ετών) επεξεργάζονται αντιφιλελεύθερη στρατηγική!
Οπως ήταν επόμενο, επιδιώκεται να εμπλακεί σ’ αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ. Εν αρχή ην η συνέντευξη του πρωθυπουργού της 25ης Ιουνίου.
Ενωτική όπως πάντα, δεν εξαιρεί κανέναν –πλην της Χ.Α.– από τη συμπαράταξη εναντίον του νεοφιλελευθερισμού.
Αναφέρεται στον υποθετικό προοδευτικό «αναπροσανατολισμό» του ΠΑΣΟΚ, στον διάλογο –«ειλικρινή και χωρίς προκαταλήψεις»– με την κυβερνώσα Αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ, στο φόντο μιας μεταμνημονιακής προοπτικής προοδευτικής διακυβέρνησης.
Προσοχή όμως! Εδώ είναι το κλειδί της συνέντευξης: «Νομίζω ότι [το ΠΑΣΟΚ] έχει πολύ σοβαρά προβλήματα να λύσει για να φτάσει μέχρι εκεί», τονίζει ο πρωθυπουργός.
Αυτό είναι το ζήτημα! Αλλο είναι η κατεύθυνση για τη μελλοντική, μεταμνημονιακή διαμόρφωση μιας [αυθεντικά] προοδευτικής διακυβέρνησης, έργο μακράς πνοής και διάρκειας, που απαιτεί όρους και προϋποθέσεις που δεν έχουν καν συζητηθεί.
Κατεύθυνση στην οποία τείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Και άλλο είναι η «ανοικτή» πολιτική πρόταση της κυβερνώσας Αριστεράς για τη συμπαράταξη «από τα κάτω» στους καθημερινούς αντιμνημονιακούς δημοκρατικούς αγώνες πλατιών μαζών ανεξάρτητα από κομματική ένταξη.
Ασφαλώς η συμπαράταξη θα αναβαθμιζόταν αν περιλάμβανε κόμματα και ηγεσίες τους.
Αλλ’ αυτό θέτει προϋποθέσεις δοκιμασμένης φερεγγυότητας και στέρεης προγραμματικής συμφωνίας, που σήμερα ΔΕΝ υπάρχουν.
