Λίγες ημέρες πριν από τις χθεσινές, ανέξοδες και καθυστερημένες εξαγγελίες Μητσοτάκη περί κλεισίματος λεσχών και συνδέσμων των ΠΑΕ και της επιπλέον αστυνόμευσης, αιχμηρές δηλώσεις και υποδείξεις έκανε ο αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης εισαγγελέας Βασίλης Φλωρίδης. Αφορμή, η πρόσφατη εγκληματική δράση των χούλιγκαν εσωτερικού και εξωτερικού.
«Η Αστυνομία δεν είναι στα καλά της τελευταία. Οταν γίνονται κρίσεις να μην αναλαμβάνει ο γνωστός του πολιτικού αλλά εκείνος που αξίζει. Απαξιώνουμε τους καλύτερους και τους στέλνουμε στο σπίτι τους», είπε μεταξύ άλλων ο κ. Φλωρίδης, χωρίς, βεβαίως, ο μόλις τον περασμένο Μάιο προαχθείς σε αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δικαστικός, να διευκρινίσει αν η άποψή του περί απαξίωσης των καλύτερων και διορισμού των κολλητών αφορά μόνο την ΕΛ.ΑΣ. και όχι την μόνιμη τακτική του Κυριάκου Μητσοτάκη να διορίζει ημετέρους σε κάθε θέση του κρατικού μηχανισμού, μηδέ της Δικαιοσύνης εξαιρουμένης.
Ο κ. Φλωρίδης υπερασπίστηκε τον νόμο Ορφανού (2006) «που είχε την τιμή να συντάξει» και ο οποίος καθιέρωνε το ιδιώνυμο στα αδικήματα οπαδικής βίας, μετέθετε ευθύνες στις ΠΑΕ, καταργούσε το αυτοδιοίκητό τους κλπ. «Ο Νόμος έλυσε ένα πρόβλημα οριστικά. Είχε βάλει τέρμα στην οπαδική βία, διότι όλοι όσοι παρανομούσαν γνώριζαν ότι θα καταλήξουν στη φυλακή», δήλωσε ο κ. Φλωρίδης, διερωτώμενος γιατί στη συνέχεια καταργήθηκε.
Η απορία του κ. Φλωρίδη έχει προ πολλού απαντηθεί, όταν ο ίδιος ο κ. Ορφανός μπροστά στην απειλή της FIFA (και κυρίως μπροστά στις πιέσεις των μεγαλοϊδιοκτητών ΠΑΕ) να τιμωρήσει με αποκλεισμό τις ελληνικές ομάδες, «προσάρμοσε» τον νόμο, ενώ οι ανάλογοι νόμοι που ψηφίστηκαν στη συνέχεια (2012) και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2015) αντιμετώπισαν την μήνι των ΠΑΕ που σφύριζαν και σφυρίζουν αδιάφορα. Οι ιδιοκτήτες τους και κάτοχοι των ΜΜΕ καταγγέλλουν στα λόγια τη βία, αλλά, ποινικά ανενόχλητοι, οργανώνουν ή και εξοπλίζουν τους φανατισμένους στρατούς οπαδών. Το «φτηνό» επικοινωνιακό φάρμακο των ολοένα και αυστηρότερων ποινών και του ιδιώνυμου –μετά τη δολοφονία του Αλκη– κάθε άλλο παρά εμπόδισε το έγκλημα, κύριε εισαγγελέα.
