Ηταν λίγα χρόνια πριν από την «αραβική άνοιξη», στην Τυνησία, εκεί όπου ξεκίνησαν οι εξεγέρσεις οι οποίες δυστυχώς δεν έφεραν την άνοιξη που αναζητούσε ο λαός και σε κάποιες περιπτώσεις έμελλε να γίνουν χειμώνας. Τουλάχιστον για τις γυναίκες και τα δικαιώματά τους. Οπως και στην εξέγερση κατά του σάχη της Περσίας και την επικράτηση του θεοκρατικού καθεστώτος. Που έφερε αστυνομία ηθών, λιθοβολισμούς και δημόσιες εκτελέσεις. Στην Τυνησία τότε, η μεταφράστρια της δημοσιογραφικής αποστολής με δυτικά ρούχα -τζιν παντελόνι και μονόχρωμο πουκάμισο- σε μια στιγμή χάνει το χρώμα της και αναστατώνεται.
Τι συμβαίνει; τη ρώτησα. «Δεν τις βλέπεις; Τόσους αγώνες δώσαμε για να πετάξουμε τη μαντίλα κι αυτές πάνε και τη φοράνε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Είναι μόδα, βλέπεις. Η τηλεόραση τους έχει πάρει τα μυαλά». Τις είδα. Θα μπορούσαν να είναι και κόρες της. Νέα, δροσερά κορίτσια. Οταν πήγα στην τουαλέτα είδα και πόσο αυτάρεσκα ήταν καθώς μακιγιάρονταν έντονα κάνοντας το ύφασμα που τις κάλυπτε να φαντάζει πέπλο της αποκάλυψης. Ετοιμα τα είχαν βρει τα δικαιώματά τους, δεν αγωνίστηκαν για να τα κατακτήσουν, ούτε κάποιος τις υποχρέωνε να φορούν τη μαντίλα. Ακολουθούσαν τις προσταγές της μόδας.
Μιας όχι και τόσο αθώας μόδας που ήθελε τις γυναίκες κεφαλοκαλυμμένες στα πρότυπα του παρελθόντος. Με το δικαίωμα στο κορμί τους κατηργημένο στις ΗΠΑ και μια γυναίκα που μεγαλώνει το εκτός γάμου παιδί της να γίνεται πρωθυπουργός υπό τη σκέπη του συνθήματος «Θεός, πατρίδα, οικογένεια» στην Ιταλία, όταν στο Ιράν σκοτώνονται για λίγη περισσότερη ελευθερία την οποία τους στερεί ακριβώς αυτό το τρίπτυχο, σκέφτεσαι ότι η πολιτική ανάλυση περισσεύει και χρειάζεται περισσότερη… ψυχανάλυση.
