Υπάρχουν υποθέσεις που μοιάζουν να τελειώνουν πριν καν αρχίσουν. Οχι επειδή εξαντλήθηκαν, αλλά επειδή η κοινωνία δεν είχε τη διάθεση να τις ακούσει. Σαν να χάθηκαν μέσα στον χρόνο, όχι επειδή ξεχάστηκαν, αλλά επειδή δεν μεταβολίστηκαν. Κάπως έτσι έμοιαζε, για καιρό, και η υπόθεση των υποκλοπών. Αν ο Μαρσέλ Προυστ αναζητούσε τον χαμένο χρόνο μέσα σε μια μαντλέν, η ελληνική δημόσια σφαίρα στη συγκεκριμένη υπόθεση έμοιαζε να τον αφήνει να ξεγλιστρά. Οταν το σκάνδαλο ξέσπασε, προκάλεσε θόρυβο αλλά όχι το αντίστοιχο πολιτικό κόστος. Ωστόσο η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου έδωσε την εντύπωση πως η υπόθεση κερδίζει τον χαμένο χρόνο.
Μέχρι την πρόσφατη άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ανοίξει εκ νέου την υπόθεση, που έμοιαζε να βάζει οριστική τελεία. Μόνο που η υπόθεση αποδεικνύεται πιο πεισματάρα. Σαν το γλυκό του Προυστ που ξυπνά μνήμες που νόμιζες ότι είχες αφήσει πίσω, έτσι και η νέα δήλωση του Ταλ Ντίλιαν στην «Εφ.Συν.» επαναφέρει ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Ο ιδρυτής της Intellexa δηλώνει κατηγορηματικά ότι η εταιρεία του πουλά τεχνολογία σε κρατικές υπηρεσίες και φωτογραφίζει το μέγαρο Μαξίμου και την ΕΥΠ.
Δεν είναι απλώς μια υπερασπιστική γραμμή. Είναι μια υπενθύμιση ότι η υπόθεση παραμένει πολιτικά ανοιχτή. Και ίσως αυτό να προβληματίζει περισσότερο το μέγαρο Μαξίμου: όχι τα γεγονότα καθαυτά, αλλά το ενδεχόμενο η κοινωνία να επιστρέψει σήμερα σε όσα προσπέρασε χθες.
