Ξεκίνησαν οι πανελλαδικές. Από τότε που εγώ ήμουν παιδί, όλοι καταγγέλλουμε πόσο ψυχοφθόρες και ανούσια σαδιστικές είναι οι διαδικασίες εισαγωγής στα ελληνικά Πανεπιστήμια, αλλά και ότι η χώρα του φωτός δεν έχει καταφέρει να βρει ένα σύστημα εκπαίδευσης και πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση που να μη βασανίζει τα παιδιά και να μην εξοντώνει οικονομικά τις οικογένειές τους.
Θαυμάζω πάρα πολύ τα πιτσιρίκια που παλεύουν για θέση στα Πανεπιστήμια – όχι μόνο γιατί μπαίνουν στην άγρια διαδικασία, αλλά και γιατί, επί της ουσίας, δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης και στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και στη χώρα. Εχουν θέληση, έχουν πίστη, έχουν (ακόμα) αισιοδοξία. Σκεφτείτε για μια στιγμή τι αντιμετωπίζει ένας 18άρης σήμερα και ρίξτε μια ματιά στη σημερινή ειδησεογραφία· σκεφτείτε ποια οικονομία, ποια πολιτική σκηνή, ποια δημόσια ζωή θα τους παραδώσουμε. Τα νιάτα αυτής της χώρας δεν μας αξίζουν.
Στη Λυπιού, τη χώρα που επινόησε η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ για να πηγαίνει όταν είναι βαθιά λυπημένη, συμβαίνει «Κάτι χειρότερο από γερατειά,/ η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα». Ετσι μου φαίνεται πως έχει καταντήσει για τους νέους ανθρώπους η Ελλάδα: μια χώρα που δεν επιτρέπει στους ανθρώπους της –και πιο πολύ στους νέους– να ζήσουν με χαρά και να δημιουργήσουν με αισιοδοξία.
Κι επειδή εμείς πληρώσαμε το μάρμαρο της χρεοκοπίας και της λιτότητας χωρίς ουδόλως να φταίμε, οφείλουμε δυο φορές παραπάνω να έχουμε επίγνωση τι σημαίνει να τσακίζεται η επιθυμία. Τουλάχιστον, να μην πληρώσουν το ίδιο τίμημα οι νεότεροι.
Δεν μας χρωστάνε τίποτα τα παιδιά· εμείς τους χρωστάμε. Γι’ αυτό οφείλουμε να γίνουμε η πολιτική αλλαγή που τους αξίζει.
