Ο Βασίλειος Μάγγος, μόλις 26 χρόνων, έγινε γνωστός όταν πέθανε. Οι περισσότεροι έμαθαν γι’ αυτόν όταν τον βρήκε νεκρό η μητέρα του. Κανονικά το όνομά του θα έπρεπε να βρίσκεται στην επικαιρότητα και να έχει απασχολήσει κυβέρνηση και δικαιοσύνη, κάπου εκεί στα μέσα Ιουνίου, όταν κακοποιήθηκε αναίτια και βάναυσα από ένστολους έξω από τα δικαστήρια του Βόλου.
Οταν τους εκλιπαρούσε να σταματήσουν να τον δέρνουν γιατί δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Οταν τους ζήτησε να πιει νερό και τον έβαλαν να «ζητιανεύει» κάτι σταγόνες από έναν καταψύκτη. Οταν με μια κλοτσιά τον πέταξαν έξω από το αστυνομικό τμήμα καταμεσής στον δρόμο. Ολα αυτά τα είχε καταγγείλει ο ίδιος τρεις ημέρες μετά τον ξυλοδαρμό του, μέσα από το νοσοκομείο, αλλά και ο πατέρας του στην «Εφ.Συν.» στις 16 Ιουνίου.
Δυστυχώς όμως έγιναν ευρέως γνωστά μετά τον θάνατό του. Γιατί ακόμα και το συγκλονιστικό βίντεο που απαθανατίζει τους αστυνομικούς να δέρνουν με απίστευτη αγριότητα τον 26χρονο δεν έπαιξε στα κανάλια. Είχαν άλλα θέματα προτεραιότητα: τα γκάλοπ που φέρνουν τη Ν.Δ. καμιά πενηνταριά μονάδες μπροστά από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα ταξίδια του πρωθυπουργού, τον Μεγάλο Περίπατο που στην πορεία έγινε μικρότερος…
Και τώρα, ένα μήνα μετά, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη παραδέχεται ότι υπήρχε αστυνομική βία και υποστηρίζει ότι το περιστατικό θα διερευνηθεί. Αν λοιπόν ο Βασίλης δεν είχε πεθάνει και ήταν σπίτι του, μετρώντας τις πληγές της ψυχής και του κορμιού του, πιθανότατα να μη γινόταν απολύτως τίποτα. Βασίλη, έστω κι έτσι, έστω και αργά, πονέσαμε μαζί σου, κλάψαμε, εξοργιστήκαμε, θυμώσαμε.
Δεν ξέρεις, όμως, καμιά φορά γίνονται και θαύματα. Ισως οι γονείς σου, οι φίλοι σου, όλοι όσοι σε αγάπησαν, βρουν το δίκιο που αναζητούσες. Ετσι κι αλλιώς «και ας μη νικήσουμε θα πολεμάμε πάντα» όπως έλεγες κι εσύ.
