Μπορεί η συζήτηση που διεξάγεται και θα συνεχιστεί τους επόμενους μήνες για το θέμα της κατανομής των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και της αποπληρωμής των δανείων να μην έχει τους δραματικούς τόνους της αντίστοιχης που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όμως μοιραία επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα που προέκυψαν τότε.
Για παράδειγμα το θέμα της θεσμικής συγκρότησης της Ε.Ε. και της ύπαρξης οργάνων που ουσιαστικά δεν λογοδοτούν σε κανέναν και εν πολλοίς δεν έχουν εκλεγεί από κανέναν, τέτοια όπως το Γιούρογκρουπ και η Κομισιόν. Φυσικά το ότι δεν είναι εκλεγμένα δεν σημαίνει και ότι είναι «ανεξάρτητα» ή «ουδέτερα».
Οι περίφημοι «συμβιβασμοί», βασικό χαρακτηριστικό των διαπραγματεύσεων στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια ή στα Γιούρογκρουπ, δεν είναι παρά μια συζήτηση για το πόσες λίβρες σάρκας θα παραχωρήσεις «με την ελεύθερη βούλησή σου».
Στο άρθρο του με τίτλο «Τι μπορεί να γίνει τώρα, Ευρώπη;» και υπότιτλο «Καπιταλισμός χωρίς δημοκρατία ή δημοκρατία χωρίς καπιταλισμό;», ο μεγάλος Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρέεκ, έγραφε το 2013: «Εκδημοκρατισμός πρέπει να σημαίνει να οικοδομήσουμε θεσμικά όργανα με τα οποία θα τεθούν και πάλι υπό κοινωνικό έλεγχο οι αγορές…όμως μέχρι να μπορέσουν αυτά να τεθούν στα σοβαρά στην ημερήσια διάταξη, θα χρειαστεί μακροχρόνια πολιτική κινητοποίηση και διαρκής διατάραξη της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων».
Σήμερα, σε συνθήκες κοινωνικού μουδιάσματος εξαιτίας του κορονοϊού και των συνεπειών του, τα ερωτήματα για την πολιτική νομιμοποίηση αυτού του θεσμικού οικοδομήματος πρέπει οπωσδήποτε να βγουν από την κατάψυξη και να επανέλθει με κάθε τρόπο στην ημερήσια διάταξη το κεντρικό δίλημμα των ημερών: Είναι συμβατός ο καπιταλισμός με τη δημοκρατία;
