Αύριο, Κυριακή, η εθνική ομάδα μπάσκετ ετοιμάζεται να επιστρέψει σε περασμένα μεγαλεία. Κοινώς, στη διεκδίκηση ενός μεταλλίου σε μια μεγάλη διοργάνωση, κάτι που της λείπει εδώ και 16 χρόνια. Ηταν 2009, όταν η Ελλάδα πήρε το χάλκινο στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας. Με προπονητή τον Παναγιώτη Γιαννάκη και τον Βασίλη Σπανούλη βασικό γκαρντ. Τα χρόνια πέρασαν, παίκτες ήρθαν και παρήλθαν. Οπως και κόουτς στον πάγκο.
Και έπρεπε να αναλάβει ο Σπανούλης αυτόν τον ρόλο για να επιστρέψουμε στις επιτυχίες. Σημαδιακά ή όχι και πέρυσι η Εθνική συμμετείχε ξανά σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Μετά από 16 χρόνια ξανά! Αρα αυτός ο Σπανούλης κάτι πρέπει να κάνει καλά. Την ευστοχία που είχε ως παίκτης τη συνεχίζει και τώρα που φορά κοστούμι στους πάγκους.
Παρότι τώρα συμπληρώνει τρία χρόνια ως προπονητής, κάτι έχουμε καταλάβει ήδη. Ως ρούκι στο Περιστέρι έφτασε την ομάδα στην 3η θέση του πρωταθλήματος και στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Αμέσως μετά, στη Μονακό, μέσα σε λίγους μήνες την οδήγησε στο φάιναλ φορ και μάλιστα στον τελικό.
Αν γυρίσει κανείς πίσω τον χρόνο, θα μπορούσε να κατανοήσει γιατί ο «Kill Bill» δεν θα μπορούσε να αποτύχει. Καταρχάς, πρόκειται για έναν άνθρωπο πεισματάρη. Δουλευταρά και εγωιστή, με την καλή έννοια του όρου. Οι μεγάλες δυσκολίες που ήρθαν στη ζωή του, όταν σε ηλικία 15 ετών έχασε τον πατέρα του, τον έκαναν σκληρό σαν να έχει φτιαχτεί από ατσάλι.
Εδώ αξίζει να επαναλάβουμε μια ατάκα 20ετίας όταν ο Σπανούλης έπαιζε στο Μαρούσι. Οπως γράφτηκε σε τούτη εδώ τη σελίδα και προ διετίας σε ένα αντίστοιχο αφιέρωμα για την μπασκετική του καριέρα, ο βοηθός του Παναγιώτη Γιαννάκη, ο Βαγγέλης Αγγέλου, είχε πει: «Αν σε ένα τραπέζι υπάρχει μία μπριζόλα και τη διεκδικεί ο Σπανούλης, ο Μπους και ο Μπιν Λάντεν, να είστε σίγουροι ότι οι άλλοι δύο δεν θα προλάβουν να την ακουμπήσουν».
Επίσης, δούλεψε πολύ ως παίκτης και αυτό του έγινε βίωμα. Διότι δεν διαθέτει ούτε τη σωματοδομή ενός Αντετοκούνμπο, ούτε το μοναδικό ταλέντο ενός Γκάλη. Αλλά κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Αυτός ήταν πάντοτε ο σκοπός του. Κι εδώ μπαίνει και ο εγωισμός στην κουβέντα. Ηθελε να είναι το νούμερο 1 παντού. Δεν συμβιβαζόταν με δεύτερους ρόλους, ούτε με κομπαρσιλίκια. Οπως αυτό που υπέστη για έναν χρόνο όταν δοκίμασε στο ΝΒΑ στους Χιούστον Ρόκετς. Και γύρισε στον Παναθηναϊκό για να συνεχίσει. Μόνο που εκεί υπήρχε μια υπερομάδα με τον Διαμαντίδη και τον Γιασικεβίτσιους, δηλαδή άλλους δύο γκαρντ εγνωσμένης αξίας.
Ηθελε να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Δηλαδή να είναι ο «νούμερο 1 παίκτης» στη «νούμερο 1 ομάδα». Και γι’ αυτό πήγε στον Ολυμπιακό, που ήταν το Νο 2 εκείνης της εποχής. Οπου κι εκεί την πρώτη χρονιά δεν μπόρεσε να ξεδιπλωθεί όπως ήθελε, έχοντας δίπλα του δύο άλλους παικταράδες σαν τον Παπαλουκά και τον Τεόντοσιτς. Οταν αυτοί έφυγαν, ως απόλυτος ηγέτης οδήγησε τον Ολυμπιακό σε δύο σερί Ευρωπαϊκά. Και σε πρωταθλήματα, όπως εκείνο που σφράγισε μέσα στο ΟΑΚΑ, σκοράροντας το νικητήριο τρίποντο μπροστά στον κολλητό του, τον Διαμαντίδη…
Είπαμε, πεισματάρης. Διότι τα (αρκετά) πρώτα συναπαντήματα με την πρώην ομάδα του δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Ο κόσμος -και όχι μόνο- τον έβριζε συνεχώς και ο ίδιος φαινόταν επηρεασμένος, ειδικά στις εκτός έδρας αναμετρήσεις. Κάκιστες εμφανίσεις, πολλά άστοχα σουτ, μπόλικες τάπες στο παθητικό του. Αλλά το δούλεψε κι αυτό και το ξεπέρασε.
Ξέρει να βρίσκει τις απαντήσεις, αργά ή γρήγορα. Οπως το 2004, ως πιτσιρικάς ακόμα, που βρέθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και κάποιοι δημοσιογράφοι δεν δίστασαν να γράψουν ότι ο Σπανούλης κλήθηκε από τον Γιαννάκη ως «βύσμα». Εναν χρόνο μετά, αυτός σήκωνε Ευρωπαϊκό, στο καπάκι έβαζε 20+ πόντους στους Αμερικανούς στη Σαϊτάμα και οι γραφιάδες πάσχιζαν να ξεφύγουν από τη θυμηδία της μπασκετικής κοινότητας. Δεν τα κατάφεραν ώς σήμερα…
Με ένα τέτοιο ιστορικό στον χώρο, με τόσες επιτυχίες και με όπλο τη σκληρή δουλειά, ήταν εύκολο για τον Βασίλη Σπανούλη να γίνει και καλός προπονητής. Αλλωστε, υπάρχει ακόμη ένα δεδομένο. Οσοι τον γνωρίζουν πιστεύουν ακράδαντα ότι ο άνθρωπος είναι μανιακός με το μπάσκετ. Ανέκαθεν…
Με τον κολλητό του φίλο (και σημερινό GM της Εθνικής) Νίκο Ζήση, από τότε που ήταν συγκάτοικοι στις αποστολές της Εθνικής Παίδων, μιλούσαν ακατάπαυστα για μπάσκετ. Στα επόμενα χρόνια και ειδικά όσο ωρίμαζε ο Σπανούλης, οι συμπαίκτες του… απέφευγαν να μένουν στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Διότι όλη τη μέρα έβλεπε μπάσκετ, ανέλυε, μιλούσε για το άθλημα. Ηταν φανερό πως θα γινόταν προπονητής, εδώ και χρόνια…
Εχει πάρει στοιχεία από όλους σχεδόν τους κόουτς που είχε στην καριέρα του. Ακόμη κι από εκείνους (Ομπράντοβιτς, Μπαρτζώκας) με τους οποίους δεν έχει τις πλέον αγαστές σχέσεις. Πάνω απ’ όλα, όμως, έχει επηρεαστεί από τον Γιαννάκη. Ειδικά ο τρόπος που χειρίζεται το τωρινό ρόστερ της Εθνικής θυμίζει πολύ τον «Δράκο». Κι όπως ξέρουμε, αυτή είναι μια συνταγή επιτυχίας.
Γιατί τoν επιλέξαμε
Πολύ απλά διότι κατάφερε να επαναφέρει την Εθνική μπάσκετ ψηλά στη συνείδηση των Ελλήνων φιλάθλων. Κι ακόμα είναι στην αρχή…
