ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απ’ τη μέρα που πέθανε δεν μπορώ να βγάλω τη σκέψη απ’ το μυαλό μου. Είναι σαν να αναχώρησε οριστικά το πνεύμα του Κολωνακίου. Και καθώς και η κατεξοχήν αστική γειτονιά των Αθηνών χρόνια τώρα παρακμάζει με τα νέα έθη και στέκια να βρίσκουν άλλα σημεία ραντεβού στον αθηναϊκό χάρτη… Και καθώς σταδιακά ξηλώνεται ό,τι χαρακτήριζε το Κολωνάκι (από την πλατεία που ξεπατώθηκε πάλι, μέχρι την ανθρωπογεωγραφία που άλλαξε και λιγόστεψε στα καφέ και στις βόλτες στη Σκουφά και στην Τσακάλωφ), ο Κωνσταντίνος Τζούμας ίσως και να βαρέθηκε. Ισως να μην είχε νόημα να φοράς καπέλο αν κανείς πια δεν ενδιαφέρεται ή δεν αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα εκλεκτό πάναμα χατ. Και τα καλοραμμένα πουκάμισα από ράφτη περιωπής. Και τα χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια. Και την υπόλευκη καμπαρντίνα α λα Γουόρεν Μπίτι.

Αν και ο ίδιος είχε θητεύσει στην ελαφριά ανία ενός αφοσιωμένου «σνομπίστα», εντούτοις το γνώριμο κλίμα άλλαξε. Τα πρόσωπα επίσης. Θα ήταν δυσκολότερο κατηφορίζοντας από τις παρυφές του Λυκαβηττού να πετάξει μια ατάκα σε γνωστό, πολλώ δε μάλλον σε άγνωστο -όπως συνήθιζε- για να εισπράξει μια απάντηση, μακάρι με τη λεπτή ειρωνεία ή το χιούμορ ή το λεπτότατο φλερτ, ασκήσεις ύφους στις οποίες ο ίδιος επιδιδόταν με θαυμαστά αποτελέσματα.

Μάλλον ακόμα και στο Κολωνάκι ο χρόνος έχει επιβαρυνθεί-συρρικνωθεί για να αντέχει τις ονειροπολήσεις του μοναχικού οδοιπόρου ή παιχνίδια εστετισμού και ανάλαφρου κουτσομπολιού στο «Φίλιον». «Ευτυχώς, όμως, τα καλύτερα παιδιά που κάναμε παρέα μάς έκαναν να νιώθουμε ότι δεν ήμασταν μόνοι, ακόμη κι όταν μας έζωναν τα φίδια με εκείνο το “Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω” του Αλεξανδρινού, καίτοι είχαμε ακούσει και κρότους χτιστών και ήχους μαστόρων», είχε πάντως προλάβει να προβλέψει ο Τζούμας στο «Ως εκ θαύματος», πρώτο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του.

Ομως ναι, ο Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν το Κολωνάκι κι ας είχε γεννηθεί ο ίδιος στο Πασαλιμάνι. Αλλωστε αυτές οι κάπως αντιθετικές «αποστάσεις» ήταν επίσης χαρακτηριστικές του βίου του. Μπιλιάρδα και ροκ εν ρολ. Το σινεμά του Βούλγαρη, του Νικολαΐδη, του Πανουσόπουλου, του Φέρρη και του Ζερβού στο οποίο συμμετείχε. Και Μορίς Ρονέ, Πιερ Κλεμεντί, Αλέν Ντελόν, Βιτόριο Γκάσμαν, Φεντερίκο Φελίνι, Λουκίνο Βισκόντι, Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, που αγαπούσε. Και Μάνος Χατζιδάκις, Πατρίτσια Χάισμιθ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Και τζαζ. Και Μπέκετ και «Αι δύο ορφαναί» των Αδόλφου ντ’ Ενερί και Ευγένιου Κορμόν. Και «Απαράδεκτοι» και «Τρεις χάριτες». Ολα.

Ο Τζούμας είχε την ικανότητα να επανεφευρίσκει ανάλαφρα τον εαυτό του. Και μάλλον να τον σκηνοθετεί. Και να του επιτρέπει να ζει αλλεπάλληλους βίους, ίσως με το λιγότερο δυνατό κόστος και τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία. Η έλλειψη γονεϊκής φροντίδας μετά τον θάνατο της μητέρας του αντιμετωπίστηκε με μια ροκ εν ρολ εφηβεία που κόντρα στη βαριά πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής ξενυχτούσε χορεύοντας στην «Αθηναία» και στο «Στορκ». Ακολούθησαν σπουδές υποκριτικής στη Δραματική Σχολή Αθηνών και χορού με τη Ζουζού Νικολούδη, τον Αλβιν Νικολάις, τον Μερς Κάνινγκχαμ και τον Αλβιν Εϊλι. «Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει» διάβασα κάπου. Περιγράφει και ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του πώς έμαθε να επιβιώνει και να πρωταγωνιστεί σε μια ξέφρενη ζωή που πέρναγε από τη μια πίστα στην άλλη, σχεδόν πάντα εξίσου αγέρωχη.

Εστέτ; Σίγουρα. Φαινόταν ακόμα και στη ραδιοφωνική του άρθρωση τα πολλά χρόνια που θήτευσε στα ερτζιανά, καταγράφοντας, όσο σχολίαζε με χιούμορ, μπλαζέ ύφος και συριστικά «σ», διαρκείς πρωτιές στην ώρα του «Τζουμ ντε λα Τζουμ ντε λα Φουέντε». Ο ρόλος που είχε δημιουργήσει ως ραδιοφωνικός παραγωγός είχε ταυτόχρονα την αυτοπεποίθηση της κρεμ ντε λα κρεμ αλλά και την ικανότητα της αυτοϋπονόμευσης. Περσόνα ήταν ούτως ή άλλως. Από τη φωνή έως τα παπούτσια, από την εμφάνιση σε θέατρο, σινεμά και τηλεόραση μέχρι τις ενδυματολογικές επιλογές… «Φοράτε υπέροχα κόκκινα παπούτσια και είστε πολύ όμορφη», τον θυμάμαι να διακόπτει χαριτωμένα αλλά και με θράσος τη συνέντευξη Τύπου μιας θεατρικής παράστασης, της οποίας αποτελούσε μέρος, για να απευθυνθεί από το πάνελ σε μια συνάδελφο που οι κομψές προδιαγραφές της ικανοποιούσαν αυτή την απαιτητική αισθητική του. Την αισθητική που με τα χρόνια έγινε άκαμπτη και τον αυτοεγκλώβισε.

Στο κυνήγι του εστετισμού, της διαφοροποίησης, της ευδιάκριτης «αστοσύνης», του φαρμακερού χιούμορ, άρχισε να γίνεται λιγότερο χιουμορίστας και περισσότερο φαρμακερός. Τόσο αστός που έρεπε στην αφ’ υψηλού ειρωνεία. Η ικανότητά του να ισορροπεί μαγικά μεταξύ της εκλέπτυνσης, της αντίληψης, της κατανόησης και του χαριτωμένου θράσους τόσο-όσο, άρχισε να υποχωρεί.

Ενδεχομένως η χρόνια θητεία του σ’ έναν ρόλο από τον οποίο οι άλλοι είχαν πια συγκεκριμένες απαιτήσεις, οι παρέες που σκόρπισαν, οι παρέες που έμειναν, λιγότερο ανοιχτών συνόρων και περισσότερο αυτάρεσκες, τον έκαναν κάποτε πικρόχολο, μονόπλευρο, εκείνον που άλλοτε επικοινωνούσε εξίσου με το κέντρο και το down town. Εγινε λιγότερο και λιγότερο αβάν γκαρντ και περισσότερο συντηρητικός. Ηταν θέμα (ραδιοφωνικού) χρόνου να την πατήσει και σχόλια που άλλοτε είχαν εξυπνάδα και χιούμορ να γίνουν ψηλομύτικα ή κακεντρεχή. Ετσι το σχόλιό του για τις γυναικοκτονίες και τις φλύαρες γυναίκες τού κόστισε μια ξεγυρισμένη σοσιαλμιντιακή επίθεση.

Δεν κρατώ καθόλου αυτό από τον Τζούμα. Προτιμώ το στιλ, το χιούμορ και τον χτισμένο ταινία ταινία, βιβλίο βιβλίο, παρέα παρέα, κοστούμι κοστούμι εστετισμό που όμως έσπευδε να σου πει «καλημέρα» στο φανάρι. Την ψηλόλιγνη φιγούρα του χορευτή μέσα στην πόλη. Τη γνήσια ελευθεριότητα τότε, πολύ πριν προσκρούσει στα πεζοδρόμια του παρηκμασμένου Κολωνακίου της τελευταίας δεκαετίας.

Γιατί τον επιλέξαμε

Ο θάνατός του την περασμένη Κυριακή, η οριστική αναχώρηση μιας τόσο χαρακτηριστικής προσωπικότητας αυτής της πόλης, ζητούσε να κοιτάξουμε πίσω τη διαδρομή του μέχρι εδώ.