ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φορά το εβραϊκό κιπά και είναι ο «εκλεκτός» των Εβραίων εποίκων υποσχόμενος την προσάρτηση των 2/3 της κατεχόμενης Δυτικής Οχθης. Πρώην κομάντο των επίλεκτων ισραηλινών δυνάμεων -με θητεία στην εισβολή στον Λίβανο, το 1996, και εμπλοκή στη «σφαγή της Κανά» από τον ισραηλινό βομβαρδισμό κτιρίου του ΟΗΕ, όπου είχαν καταφύγει άμαχοι- τηρεί σκληροπυρηνική θέση απέναντι στο Ιράν, μεταξύ άλλων απειλώντας το με ένα νέο Βιετνάμ στα εδάφη της Συρίας. Γιος Αμερικανοεβραίων που μετεγκαταστάθηκαν από την Καλιφόρνια στη Χάιφα, όπου γεννήθηκε, έχει ζήσει κατά διαστήματα στις ΗΠΑ. Αυτοδημιούργητος εκατομμυριούχος του τεχνολογικού τομέα, είναι θιασώτης του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, διακηρύττοντας ότι θέλει να τσακίσει τα εργατικά συνδικάτα.

Στα 49 χρόνια του ο ακροδεξιός Ναφτάλι Μπένετ ετοιμάζεται -εκτός απροόπτου- να γράψει το δικό του κεφάλαιο στην ιστορία του Ισραήλ ως ο πρώτος θρησκευόμενος και ο δεύτερος πιο νέος πρωθυπουργός της χώρας.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως φάρσα της Ιστορίας το γεγονός ότι είναι τελικά αυτός, ο ακόμη πιο σκληροπυρηνικός «κύριος του 6,21%» (τόσο κατάφερε να εξασφαλίσει το κόμμα του Γιαμίνα στις εκλογές του περασμένου Μαρτίου), που μπαίνει τώρα μπροστάρης στην προσπάθεια να σωθεί το Ισραήλ από το πολιτικό αδιέξοδο και από ηγεμονική «ομηρία» του πολιτικού του μέντορα Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Χαρακτηρισμένος ακροδεξιός εξτρεμιστής και πολιτικός οπορτουνιστής, ο Μπένετ ήταν για χρόνια το «enfant terrible» των κυβερνήσεων του μακροβιότερου πρωθυπουργού του Ισραήλ. Από το 2013 κι έπειτα πέρασε από πέντε υπουργεία: Οικονομικών, Παιδείας, Αμυνας, Υποθέσεων Διασποράς και Θρησκευτικών Υπηρεσιών.

Ομως η ταραχώδης σχέση του με τον Νετανιάχου μετρά από πολύ παλαιότερα, από το 2006: όταν ο «Μπίμπι» δεν είχε γίνει ακόμη «βασιλιάς» της ισραηλινής πολιτικής σκηνής και, ως ηγέτης της δεξιάς αξιωματικής αντιπολίτευσης, είχε προσλάβει τον Μπένετ ως προσωπάρχη.

Περί τα τέλη του 2009 οι δυο τους ήρθαν σε σύγκρουση, όταν ο Νετανιάχου -πρωθυπουργός πια ξανά μετά την πρώτη θητεία του, τη δεκαετία του ‘90- επιβράδυνε την ανέγερση εβραϊκών οικισμών υπό την πίεση των ΗΠΑ.

Λίγους μήνες αργότερα, το 2010, ο Μπένετ ανέλαβε επικεφαλής του Συμβουλίου Yesha, που εκπροσωπεί τους Εβραίους εποίκους στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη. Και με αυτό ως εφαλτήριο έκανε το 2012 τη μεταπήδησή του στην κεντρική πολιτική σκηνή ως αναγεννητής ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος Εβραϊκή Εστία. Μόλις έναν χρόνο μετά εξασφάλισε τη συμμετοχή του κόμματος στην τρίτη κυβέρνηση Νετανιάχου. Ομως δεν το κατάφερε μόνος.

Ηταν χάρη στην πρώτη, άτυπη τότε, συμμαχία του με τον κεντρώο Γιαΐρ Λαπίντ -σημερινό βασικό εταίρο του στην επονομαζόμενη «κυβέρνηση της αλλαγής» και διάδοχό του στην εναλλαγή στην πρωθυπουργία-, προκειμένου να αποκλείσουν τα υπερορθόδοξα κόμματα από τον κυβερνητικό «νυμφώνα».

Πολλοί τότε μίλησαν για κυβερνητικό ρεαλισμό, άλλοι για πολιτικό καιροσκοπισμό του Μπένετ. Αν μη τι άλλο, ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ το ακραία εθνικιστικό προφίλ του.

Από τότε διακήρυττε δημόσια ότι «δεν υπάρχει ισραηλινή κατοχή στην Δυτική Οχθη, γιατί δεν υπήρξε ποτέ εδώ παλαιστινιακό κράτος». Ή ότι οι Παλαιστίνιοι πολιτικοί κρατούμενοι είναι «τρομοκράτες που πρέπει να σκοτώνονται, όχι να απελευθερώνονται».

Με το πέρασμα του χρόνου οι θέσεις του έγιναν ακόμη πιο ακραίες. Τον Οκτώβριο του 2018, υπουργός Παιδείας ων επί διακυβέρνησης Νετανιάχου, είχε δηλώσει -λίγους μήνες μετά το αιματοκύλισμα από τον ισραηλινό στρατό των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας των Παλαιστινίων στη Λωρίδα της Γάζας- ότι εάν ήταν υπουργός Αμυνας, θα είχε διατάξει τους Ισραηλινούς στρατιώτες να ρίχνουν αδιακρίτως στο ψαχνό, ακόμη και κατά ανηλίκων. «Ας μη γελιόμαστε» είχε πει. «Δεν είναι παιδιά. Είναι τρομοκράτες»…

Εναν χρόνο μετά, το 2019, -μια χρονιά διπλών εκλογών κατά την οποία το Γιαμίνα είχε μείνει αρχικά εκτός Βουλής- ο Νετανιάχου ανέθεσε το υπουργείο Αμυνας στον Μπένετ, για να τον αποτρέψει από μια σύμπραξη με την κεντροδεξιά του πρώην επιτελάρχη Μπένι Γκαντς.

Επειτα από έξι μήνες και ακόμη μία προσφυγή στις κάλπες, ο Μπένετ βρέθηκε το 2020 στην αντιπολίτευση εν μέσω πανδημίας, πάνω στην οποία πόνταρε πολιτικά με προτάσεις για την ανάσχεσή της και τη στήριξη της οικονομίας αποβλέποντας σε διεύρυνση της εκλογικής του βάσης.

Μετά τις εκλογές του Μαρτίου -τέταρτες μέσα σε μία διετία- είδε τη «χρυσή ευκαιρία» να αναρριχηθεί, ως ρυθμιστής του μετεκλογικού σκηνικού, στην πρωθυπουργία.

Την παζάρεψε σκληρά και με τον Νετανιάχου και με τον Λαπίντ. Τελικά τα «κουκιά» τού βγήκαν με τον δεύτερο. Κατά τον ίδιο, το έκανε «για το καλό της χώρας» και για να αποφευχθεί μια πέμπτη προσφυγή στην κάλπη.

Ο Νετανιάχου και αρκετοί ψηφοφόροι της ισραηλινής Ακροδεξιάς τον κατηγορούν για «αριστερή προδοσία», αδυνατώντας να καταπιούν και το γεγονός ότι η νέα κυβερνητική συμμαχία στηρίζεται στο μικρό αραβικό κόμμα Ενωμένη Αραβική Λίστα και στους τέσσερις βουλευτές του στην ισραηλινή Βουλή.

Αναλυτές τονίζουν ότι, ακόμη κι εάν πάρει τελικά ψήφο εμπιστοσύνης την ερχόμενη εβδομάδα, η ετερόκλητη και ρευστής συνοχής κυβέρνηση των Μπένετ-Λαπίντ μπορεί να καταρρεύσει στην πρώτη πρόκληση που θα ανακύψει εντός κι εκτός συνόρων.

Οπως και να έχει, ο θρησκευόμενος υπερεθνικιστής με το κιπά θα έχει βάλει τα θεμέλια για την ανάδειξή του ως ηγετικής μορφής της επόμενης γενιάς πολιτικών στο Ισραήλ, πιθανόν ισάξιου πολιτικού survivor τού -σήμερα δικαζόμενου για διαφθορά- πολιτικού μέντορά του.

Γιατί τον επιλέξαμε

Βάσει της συμφωνίας για τον σχηματισμό της 36ης κυβέρνησης του Ισραήλ από έναν ετερόκλητο συνασπισμό κομμάτων -από όλο το εγχώριο πολιτικό φάσμα- θα είναι αυτός που θα αναλάβει τα πρώτα δύο χρόνια τα «ηνία» της εξουσίας, εκθρονίζοντας -έπειτα από 12 χρόνια- τον Μπενιαμίν Νετανιάχου από τον πρωθυπουργικό θώκο.