Η εύκολη κριτική απέναντι στη νέα κυβέρνηση είναι να ασχοληθεί κανείς με το μέγεθός της και τα πρόσωπα που την αποτελούν. Δηλαδή να τη θέσει υπό έλεγχο με βάση υποκειμενικά κριτήρια και όχι πολιτικά. Αλήθεια, τι σημασία έχει αν μια κυβέρνηση είναι ολιγάριθμη ή πολυάριθμη, από τη στιγμή που ουδέποτε θα κριθεί από το μέγεθος του υπουργικού συμβουλίου; Τι αξία έχει αν μια κυβέρνηση είναι λιγότερο ή περισσότερο ευέλικτη, όταν στο τέλος θα κριθεί από το πόσο ωφέλιμη θα είναι για τον λαό και τη χώρα;
Πόσο μετράει αν μια κυβέρνηση είναι αποτελεσματική στην περίπτωση που η αποτελεσματικότητά της διευρύνει τη φτώχεια και τις ανισότητες, βυθίζοντας τη χώρα ακόμη πιο βαθιά στην κρίση και τη χρεοκοπία; Μήπως η προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου δεν ήταν απολύτως αποτελεσματική στην προώθηση της πολιτικής των μνημονίων, με αποτέλεσμα οι αριθμοί να ευημερούν και οι άνθρωποι να δυστυχούν;
Το κρίσιμο για τη νέα κυβέρνηση είναι να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας καλλιέργησαν προεκλογικά. Προσδοκίες μικρές, καθώς ο λαός θα συνεχίσει να δοκιμάζεται, εντελώς διαφορετικές από του Ιανουαρίου, που όμως εδραίωσαν την αίσθηση ότι στο πλαίσιο μιας σκληρής οικονομικής πολιτικής θα υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη, θα υποστηριχθούν τα φτωχά λαϊκά στρώματα, θα χτυπηθούν τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, η διαπλοκή και η διαφθορά, η κρατικοδίαιτη -δήθεν- επιχειρηματική τάξη που λυμαίνεται τον δημόσιο πλούτο.
Η νέα κυβέρνηση δεν έχει χρόνο για δοκιμές και πειράματα. Το τρίτο μνημόνιο δεν αφήνει κανένα περιθώριο. Μέσα σε τρεις μήνες θα πρέπει να υλοποιήσει το 56,4% των μέτρων του μνημονίου ή 127 δράσεις, από τις οποίες οι 15 μέσα στον Οκτώβριο. Τα περισσότερα από αυτά είναι και τα πιο δύσκολα, όπως η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, η φορολογία των αγροτών, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και το νέο ταμείο αποκρατικοποιήσεων. Σε αυτό το διάστημα θα κερδίσει ή θα χάσει το στοίχημα με τον λαό.
