Η εκρηκτική αύξηση των καταγγελιών για αστυνομική αυθαιρεσία, οι επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις για ελλιπείς πειθαρχικές έρευνες, οι θάνατοι κρατουμένων, η χρήση χειροβομβίδων κρότου – λάμψης που οδηγεί σε σοβαρούς τραυματισμούς και η υπόθεση του ναυαγίου της Πύλου είναι μόνο κάποια από αυτά που συνθέτουν την ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα που αποτυπώνει η Ετήσια Εκθεση 2025 του Συνηγόρου του Πολίτη, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του ως Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας (ΕΜΗΔΙΠΑ).
Τα στοιχεία της ανεξάρτητης αρχής δείχνουν ότι το 2025 έγιναν 272 καταγγελίες στον Συνήγορο, αριθμός αυξημένος κατά 53% σε σχέση με το 2024 και ο δεύτερος υψηλότερος από την ίδρυση του Μηχανισμού. Ακόμη μεγαλύτερη, πάνω από 70%, είναι η αύξηση των καταγγελιών για αυθαιρεσία στελεχών των σωμάτων ασφαλείας, ενώ οι έρευνες που διέταξε η ΕΛ.ΑΣ. αυξήθηκαν κατά 40%. Εντυπωσιακή είναι και η σχεδόν τετραπλάσια αύξηση των υποθέσεων που αφορούν το Λιμενικό Σώμα, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής εξακολουθεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά να μην έχει διαβιβάσει ούτε μία υπόθεση περιστατικών αυθαιρεσίας σωφρονιστικών υπαλλήλων.
Η έκθεση καταγράφει ότι περίπου δύο στις τρεις υποθέσεις που αξιολόγησε ο Μηχανισμός παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις στις εσωτερικές πειθαρχικές έρευνες, οδηγώντας τον Συνήγορο του Πολίτη να διατυπώσει παρατηρήσεις, επιφυλάξεις και συστάσεις. Οι περισσότερες αφορούν προσβολές της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής ελευθερίας, ενώ δεν λείπουν υποθέσεις που σχετίζονται με το δικαίωμα στη ζωή.
Κεντρική θέση στην έκθεση καταλαμβάνει το πολύνεκρο ναυάγιο της Πύλου, με τον ΕΜΗΔΙΠΑ να υπενθυμίζει ότι το πόρισμά του κατέληγε σε σαφείς ενδείξεις ευθύνης ανώτερων αξιωματικών του Λιμενικού και διαβιβάστηκε τόσο στην εισαγγελία του Ναυτοδικείου Πειραιά όσο και στον υπουργό Ναυτιλίας για την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου, ωστόσο, ενώ η ποινική διερεύνηση διευρύνθηκε με περισσότερους υπόπτους και νέα αδικήματα, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου εξακολουθεί να απέχει από την άσκηση των πειθαρχικών της καθηκόντων, ακολουθώντας πρακτικές που χαρακτηρίζονται παρελκυστικές και συνοδεύονται από επίμονες προσπάθειες αμφισβήτησης και απονομιμοποίησης του ίδιου του Συνηγόρου του Πολίτη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αύξηση των θανάτων κρατουμένων όπως καταγράφεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, καθώς μέσα στο 2025 διαβιβάστηκαν στον Μηχανισμό 20 υποθέσεις θανάτων υπό κράτηση, εκ των οποίων οι 15 αφορούσαν αστυνομικά τμήματα, τρεις Προαναχωρησιακά Κέντρα Κράτησης και δύο Τμήματα Μεταγωγών. Μάλιστα στην έκθεση υπενθυμίζεται ότι το κράτος υποχρεούται όχι μόνο να απέχει από την αυθαίρετη αφαίρεση ζωής, αλλά και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προστασία όσων βρίσκονται υπό την ευθύνη του.
Οπως όμως αναφέρεται χαρακτηριστικά, παρά τις κατευθύνσεις του Συνηγόρου, οι διοικητικές έρευνες εξακολουθούν να εμφανίζουν σοβαρές αδυναμίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αυτοκτονίας κρατουμένου, όπου η ΕΔΕ επιστράφηκε δύο φορές για συμπλήρωση, καθώς είχε γίνει δεκτό χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ότι η αστυνομικός υπηρεσίας αδυνατούσε να τον επιτηρεί, χωρίς να εξεταστεί εάν υπήρχε ασφαλέστερη εναλλακτική.
Σημαντικό κεφάλαιο της έκθεσης αφιερώνεται και στη χρήση χειροβομβίδων κρότου – λάμψης κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, με τον Συνήγορο του Πολίτη να διαπιστώνει ότι οι πειθαρχικές έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. καταλήγουν συχνά σε βεβιασμένα συμπεράσματα περί σύννομης χρήσης τους. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία και το ισχύον νομικό πλαίσιο, οι χειροβομβίδες κρότου – λάμψης θεωρούνται όπλα και η χρήση τους επιτρέπεται μόνο ως έσχατο μέσο. Η έκθεση καταγράφει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι ΕΔΕ αρκούνται στη γενική επίκληση επεισοδίων κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης, χωρίς να αξιολογούν αν στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο η χρήση του συγκεκριμένου μέσου ήταν πράγματι αναγκαία.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση δύο φωτορεπόρτερ που υπέστησαν απώλεια ακοής όταν χειροβομβίδα εξερράγη σε ελάχιστη απόσταση από τα πόδια τους. Παρά το βιντεοληπτικό υλικό, η εσωτερική έρευνα έκρινε ότι η ενέργεια ήταν νόμιμη. Ο Συνήγορος, αντίθετα, διαπίστωσε ότι τη στιγμή της ρίψης δεν υπήρχε πλέον άμεση επίθεση κατά των αστυνομικών, καθώς οι συγκρούσεις είχαν λήξει.
Ανάλογες διαπιστώσεις γίνονται και στην υπόθεση σοβαρού τραυματισμού φοιτητή στο ΑΠΘ, ο οποίος χτυπήθηκε από χειροβομβίδα κρότου – λάμψης σε ευθεία βολή.
