Στην Ουάσινγκτον και την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ είναι ήδη στραμμένο το βλέμμα των επιτελών του μεγάρου Μαξίμου.
Εκεί θα αποφασιστούν σε μεγάλο βαθμό η τύχη της διαπραγμάτευσης, η οποία έχει κολλήσει στις συμπληγάδες Ευρώπης και αμερικανικού παράγοντα, καθώς και το μέλλον της διαχείρισης του ελληνικού χρέους, που εκτιμάται ότι θα απασχολήσει επισταμένα όλες τις πλευρές μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζουν τις δυσκολίες της αποστολής κι έχουν προετοιμαστεί για σκληρό μπρα ντε φερ. Η ελπίδα που διατηρούν πάντως είναι ότι η διελκυστίνδα των Ευρωπαίων εκπροσώπων με τους ομολόγους τους στο Ταμείο δεν θα αποβεί περαιτέρω ζημιογόνος για τη χώρα μας.
Μια ζημία που συντελείται όσο τα εμπλεκόμενα μέρη καθυστερούν, μη καταλήγοντας στον απαιτούμενο συμβιβασμό και η αναβλητικότητα αυτή θα μπορούσε να ισοδυναμεί με καταστροφή, αν το ίδιο σκηνικό στασιμότητας και αβεβαιότητας τραβήξει κι άλλο σε μάκρος.
Η Αθήνα θεωρεί –σε κάθε περίπτωση– αδικαιολόγητη την παράταση της εκκρεμότητας ολοκλήρωσης των συζητήσεων με τους δανειστές και διαμηνύει προς όλες τις κατευθύνσεις την αναγκαιότητα να επέλθει συμφωνία εντός των προκαθορισμένων χρονοδιαγραμμάτων ώς τα τέλη Απριλίου ή το αργότερο τις πρώτες ημέρες του Μαΐου.
Πέραν της ισχυρής βούλησης να κλείσει η αξιολόγηση εγκαίρως, δηλώνει επίσης κατηγορηματικά, πρώτον, ότι τηρεί στο ακέραιο το πλαίσιο της συμφωνίας του Ιουλίου και, δεύτερον, ότι απορρίπτει ως μη αποδεκτή και κυρίως αχρείαστη κάθε απαίτηση για πρόσθετα μέτρα, για τα οποία επιμένει η πλευρά του ΔΝΤ.
Εξαιτίας αυτής της στάσης, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί με αμείωτη ένταση επιθετική ρητορική εναντίον του Ταμείου, καταλογίζοντάς του μια απόπειρα να μεταφερθεί η φορολογική επιβάρυνση στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Αυτό δηλαδή που λέει ευθέως ο πρωθυπουργός, είναι ότι η Κριστίν Λαγκάρντ με τους ισχυρισμούς της έχει βάλει στο στόχαστρο τους φτωχούς Ελληνες πολίτες και πιέζει η μεγαλύτερη επιβάρυνση να πέσει στις πλάτες τους. Δεν λείπουν εξάλλου οι αιχμές για τις διαχρονικά εσφαλμένες εκτιμήσεις των οικονομολόγων του ΔΝΤ, οι οποίες με βάση τους υφιστάμενους οικονομικούς δείκτες έχουν διαψευστεί.
Στον αντίποδα, στην κυβέρνηση εισπράττουν με ανακούφιση τη στήριξη της πλειονότητας των Ευρωπαίων αξιωματούχων και μεταφέρουν κλίμα θερμής συμπαράστασης από τις επαφές που είχε ο Αλέξης Τσίπρας την περασμένη εβδομάδα σε Παρίσι, Στρασβούργο και Βρυξέλλες με τους Φρανσουά Ολάντ και Μάρτιν Σουλτς.
Με ικανοποίηση υποδέχονται άλλωστε και τις χθεσινές παρεμβάσεις του Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο οποίος καθησυχαστικά δήλωσε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει «νέα κρίση» στις διαπραγματεύσεις της Ελλάδας και του συνήθως δύσπιστου αντιπροέδρου της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, που εντόπισε «σημαντική πρόοδο», κρίνοντας ότι η οριστικοποίηση της αξιολόγησης είναι «απολύτως εφικτή».
Παράλληλα, σύμφωνα με συνεργάτες του πρωθυπουργού, βαρύνουσας σημασίας για την απεμπλοκή από το σημερινό αδιέξοδο είναι η συνάντηση κορυφής Μέρκελ-Ομπάμα την επόμενη εβδομάδα στο Ανόβερο, με αντικείμενο «τον σχεδιασμό ενός βιώσιμου σχεδίου για την ελληνική οικονομία», αλλά και το προσφυγικό.
Σε ό,τι αφορά την εσωτερική πολιτική σκηνή, στο μέγαρο Μαξίμου δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν την τακτική του «σφυροκοπήματος» κατά της Ν.Δ. και του προέδρου της, Κυριάκου Μητσοτάκη, προκειμένου –όπως λένε χαρακτηριστικά– να αναδειχθούν «οι ακραίες θατσερικές θέσεις» που έχει σπεύσει να υιοθετήσει.
Στη Λέσβο
Σήμερα ο πρωθυπουργός μεταβαίνει στη Λέσβο με αφορμή την ιστορική επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στο νησί για το θέμα της προσφυγικής κρίσης. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η παρουσία του Πάπα από κοινού με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο συνιστά επιβεβαίωση της αναγνώρισής τους στις προσπάθειες που καταβάλλει η Ελλάδα για τη διαχείριση του προσφυγικού με ανθρωπιά και αποτελεσματικότητα, ενώ αποτελεί ευκαιρία να σταλεί ένα μήνυμα υπέρ της επίδειξης αλληλεγγύης και κατά των ξενοφοβικών και απάνθρωπων πολιτικών των κλειστών συνόρων.
Χθες, στο φόντο των επανειλημμένων παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου από την Τουρκία, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ, όπου έγινε αξιολόγηση της κατάστασης και τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα υπερασπίζεται, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, τα κυριαρχικά της δικαιώματα, με αποφασιστικότητα και νηφαλιότητα, παραμένοντας προσηλωμένη σε μια πολιτική ειρήνης, σταθερότητας και συνεργασίας στην περιοχή.
