Από την πρώτη στιγμή που η κυβέρνηση ανακοίνωσε τις προτάσεις της για την αναθεώρηση του Συντάγματος, σύσσωμοι οι συνταγματολόγοι της χώρας είχαν επισημάνει πως πρόκειται για μια παρωδία αναθεώρησης. Παρά τις διαφορές απόψεων, οι ειδικοί αυτοί επιστήμονες ομονόησαν σε ένα βασικό συμπέρασμα. Ο ανώτατος νόμος της Πολιτείας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως προπαγανδιστικό χαρτί πολιτικής εκμετάλλευσης το οποίο η κυβέρνηση στα επτά αυτά χρόνια της θητείας της το έχει καταντήσει κουρελόχαρτο.
Είναι γεγονός ότι κορμός του ισχύοντος Συντάγματος -παρά τις όποιες αναθεωρήσεις μεσολάβησαν- παραμένει το Σύνταγμα του 1975. Το σταθερότερο Σύνταγμα στη σύγχρονη ιστορία του τόπου, που κατάφερε να αντέξει στον χρόνο γιατί ήταν προϊόν σοβαρών διαβουλεύσεων, έργο σοβαρών επιστημόνων και φυσικά μιας πολιτικής ηγεσίας που έδινε μεγάλη σημασία στην αξία και στη σταθερότητα των θεσμών. Στη δημιουργία δηλαδή κανόνων λειτουργίας της Πολιτείας που θα βοηθούσαν και δεν θα εμπόδιζαν την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό της και που δεν θα ξεπερνιούνταν από τις αντικειμενικές συνθήκες.
Το Σύνταγμα αυτό αναμφίβολα διατηρεί ακόμα την αξία του. Κι αν χρειάζεται να εκσυγχρονιστεί και να ανανεωθεί, αυτό πρέπει να πηγάζει από τις ανάγκες της ίδιας της κοινωνίας και όχι επειδή αυτό επιτάσσει το μικροπολιτικό συμφέρον μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας, η οποία μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης προσπαθεί να αλλάξει την πολιτική ατζέντα και τον πολιτικό διάλογο στην τρέχουσα συγκυρία.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης και το επιτελείο του είχαν διαφορετική άποψη. Σε αυτά τα επτά χρόνια συρρίκνωσαν τους δημοκρατικούς θεσμούς και με τα σκάνδαλα διαμόρφωσαν ένα καθεστώς το οποίο είναι έξω από κάθε έλεγχο. Διορίζοντας την ηγεσία της Δικαιοσύνης, διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο ατιμωρησίας για τις πράξεις τους, είτε αυτό αφορούσε τις υποκλοπές, είτε το έγκλημα των Τεμπών, είτε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ κ.ο.κ.
Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα έπαψε να λειτουργεί από τη στιγμή που έπαψαν να λειτουργούν οι προβλέψεις του, οι οποίες κατοχυρώνουν τις λαϊκές ελευθερίες και διασφαλίσεις δικαιωμάτων. Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα αν ληφθεί υπόψη ότι η λαϊκή βούληση απορρίπτει τους θεσμούς-πυλώνες του πολιτεύματος όπως λειτουργούν σήμερα, δηλαδή τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία.
Αυτό το Σύνταγμα, για να μπορέσει να αναθεωρηθεί, πρέπει πρώτα να επαναλειτουργήσει. Αυτή είναι η πρώτη και η βασική προϋπόθεση οποιασδήποτε συνταγματικής αναθεώρησης. Κάτι που η σημερινή κυβέρνηση ούτε θέλει, μα ούτε και μπορεί να εγγυηθεί και να εφαρμόσει. Κατά συνέπεια, η συνταγματική αναθεώρηση θα είναι έργο των συσχετισμών που θα δημιουργήσουν οι εκλογές στην επόμενη Βουλή.
