Η έκθεση του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) εντοπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές σε ανταγωνιστικότητα, δημοσιονομική προσαρμογή, εξωτερικό ισοζύγιο και τραπεζικό σύστημα
Η αισιόδοξη ματιά για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν προέρχεται μόνο από κύκλους του κυβερνητικού μπλοκ των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και από εργοδοτικούς κύκλους που δεν μπορείς να φανταστείς… «Η αύξηση του ΑΕΠ το 2018 ενδέχεται να υπερβεί, υπό όρους, το 2,5% σε ετήσια βάση…» αναγράφεται στην Περιοδική Εκθεση του Ινστιτούτου του ΣΕΤΕ για την ελληνική οικονομία!
Μιλάμε βέβαια για τον Σύνδεσμο Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) που επί κυβερνήσεως Ν.Δ. ανακηρύχθηκε σε ισότιμο κοινωνικό εταίρο (μαζί με τους επίσης εργοδοτικούς φορείς ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ)!
Ως εκ τούτου καθίσταται σαφές ότι η γνώμη των εμπειρογνωμόνων του ΙΝΣΕΤΕ έρχεται σαν βούτυρο στο κυβερνητικό αφήγημα της υγιούς επανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, την ίδια ώρα που αφαιρεί πόντους από τους τρομολάγνους της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όσα εκείνοι προσπαθούν να περάσουν για την πορεία της οικονομίας.
Βέβαια στο συμπέρασμα που καταλήγει η έκθεση του Ινστιτούτου του ΣΕΤΕ είναι ότι η οικονομία, δηλαδή οι εργαζόμενοι και οι υγιείς επιχειρήσεις, παρά τις αντίξοες επιμέρους κυβερνητικές πολιτικές αποδεικνύει ότι μπορεί να τροχοδρομήσει τη χώρα σε πορεία σταθερής βελτίωσης.
Οπως με την ένταξη της χώρας στο ευρώ, τα πάντα τώρα εξαρτώνται από τις αποφάσεις του πολιτικού μας συστήματος.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να στοχεύουν στη διαφύλαξη της αξιοπιστίας, της σταθερότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, δηλαδή των αναπτυξιακών πλεονεκτημάτων που ανέκτησε η Ελλάδα στην περίοδο 2010-2017.
Η απεμπόληση, μέσω της διόγκωσης της εγχώριας ζήτησης με δανεισμό από το εξωτερικό, των μεγάλων πλεονεκτημάτων που προέκυψαν για τη χώρα από την ένταξή της στο ευρώ θα πρέπει να γίνει παράδειγμα προς αποφυγή για τη χώρα.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα περιλαμβάνονται στην έκθεση του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), η ελληνική οικονομία έχει τις δυνατότητες να εισέλθει σε σταθερή πορεία ταχείας ανάκαμψης και ανάπτυξης καθότι εντοπίζονται σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές σε 4 επίπεδα: ανταγωνιστικότητα, δημοσιονομική προσαρμογή, εξωτερικό ισοζύγιο, τραπεζικό σύστημα.
Με βάση το ΙΝΣΕΤΕ, αν η ανάπτυξη της χώρας είναι ικανοποιητική έως το 2022 με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στη Γενική Κυβέρνηση, τότε αυτό θα επιβεβαιώσει το αυτονόητο, ότι δηλαδή μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, που είναι πλήρες μέλος της ευρωζώνης, μπορεί να αναπτύσσεται ικανοποιητικά με βάση την υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητά της, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της και τη δυναμική αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών της.
Βάσει στοιχείων για το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου, εκτός από τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών και των εξαγωγών συνεχίστηκε η αυξητική πορεία της παραγωγής της μεταποιητικής βιομηχανίας, του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη βιομηχανία και των πωλήσεων των επιβατικών αυτοκινήτων.
Στον τουρισμό για το πρώτο τρίμηνο σημειώθηκε αύξηση των αφίξεων από το εξωτερικό κατά 12,8% και των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 13,9%. Επίσης στην αγορά εργασίας σημειώθηκε αύξηση κατά 2,57% του αριθμού των απασχολουμένων.
Σημαντικό ρόλο στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας διαδραματίζει η εκ βάθρων αναδιάρθρωση στην αγορά εργασίας.
Η αναδιάρθρωση αυτή συμβάλλει και στην αύξηση της απασχόλησης. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι, αν και τα τελευταία έτη έχει αυξηθεί το ποσοστό των προσλήψεων μερικής απασχόλησης στο σύνολο των προσλήψεων, οι προσλήψεις πλήρους απασχόλησης το 2017 ήταν σχεδόν διπλάσιες από τις αντίστοιχες του 2013 και περισσότερες από το σύνολο των προσλήψεων (πλήρους και μερικής απασχόλησης) το ίδιο έτος.
Επιπλέον το ποσοστό μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα είναι περίπου το μισό από αυτό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης των 28.
