Παρά την αύξηση της απασχόλησης, τα επίπεδα φτώχειας στην ελληνική κοινωνία παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, με αποτέλεσμα ο μισός σχεδόν ελληνικός πληθυσμός να ζει σε πολύ κακές συνθήκες.
Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Ενημέρωση» του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με βάση τον δείκτη που ορίζει ως διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα αυτό που ίσχυε το 2008, δηλαδή πριν από τα μνημόνια, η σχετική φτώχεια αυξήθηκε, από 18,9% το 2009, σε 47,8% το 2016. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν διάφοροι δείκτες μέτρησης της φτώχειας.
Ο δόκιμος πάντως (ο οποίος ωστόσο σταθμίζει το ποσοστό φτώχειας με βάση το ΑΕΠ) δείχνει ότι τα έτη που αυξανόταν το ποσοστό φτώχειας ήταν από το 2009 (19,7% του πληθυσμού) μέχρι και το 2013 (23,1%).
Από εκεί και πέρα εμφανίζεται μια αποκλιμάκωση, που το 2016 έφτασε στο 21,2%, λόγω κυρίως της θέσπισης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και της αποδυνάμωσης της διαδικασίας εσωτερικής υποτίμησης.
Ωστόσο ελλοχεύει νέος κίνδυνος αύξησης της φτώχειας ως ποσοστού του πληθυσμού αν υπάρξει νέα μείωση των συντάξεων.
Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ο λόγος είναι ότι στην Ελλάδα το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας καθορίζεται ιδιαίτερα από την παροχή των συντάξεων, καθώς ο συντάξιμος μισθός αποτελεί το δίχτυ προστασίας και για τα μέλη της οικογένειας των συνταξιούχων.
Αρκεί να θυμηθούμε ότι από το 2010 έως και το 2014 οι συνταξιούχοι απώλεσαν συνολικά 45 δισ. από τις συντάξιμες αποδοχές τους (άλλα 2,8 δισ. προστέθηκαν από το 2015 έως και σήμερα).
Σύμφωνα με την έκθεση, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ενός νέου κύκλου «φτωχοποίησης» της κοινωνίας εξαιτίας των προβλεπόμενων για το 2019 μειώσεων (έως και 18% επί της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις).
Αυτό συμβαίνει διότι πλατιά στρώματα του πληθυσμού (μακροχρόνια άνεργοι ως επί το πλείστον), την περίοδο της κρίσης (2009-2018) εμφάνισαν εξάρτηση από τις συντάξεις των συνταξιούχων συγγενών τους.
