ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χρηματοκιβώτιο για την απόκρυψη του παράνομου πλούτου απατεώνων και εγκληματιών της υφηλίου αποτέλεσε επί δεκαετίες η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Ελβετίας και μία από της μεγαλύτερες του κόσμου Credit Suisse. Τα ντοκουμέντα που ήρθαν στο φως το τελευταίο διήμερο αναδεικνύουν ότι στο παγκόσμιο πελατολόγιο της ελβετικής τράπεζας υπήρχαν εκτός από τους συνήθεις καταθέτες και σωματέμποροι, λαθρέμποροι ναρκωτικών, βασανιστές, εκβιαστές, μαφιόζοι, μιζαδόροι, καταχραστές, φοροφυγάδες, αιμοσταγείς δικτάτορες, διεφθαρμένοι πολιτικοί.

Δεκάδες από τα παραπάνω «μπουμπούκια» διέθεταν έναν ή περισσότερους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Credit ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε να τους επιτρέπεται. Είχαν «παρκάρει» συνολικά πάνω από 8 δισ. δολάρια σε λογαριασμούς της Suisse. Tα ονόματα των περισσοτέρων και η δραστηριότητά τους δεν ήταν άγνωστα στον πολύ κόσμο. Τα παραπτώματα και οι απάτες μέσω των οποίων δημιούργησαν τα πλούτη τους ήταν εύκολο να ανιχνευτούν ακόμη και μέσω μιας απλής αναζήτησης στο Google.

Η Credit, όμως, έκανε ελάχιστα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι καταθέσεις που δεχόταν είχαν νόμιμη προέλευση. Διόλου τυχαία αρκετοί από τους λογαριασμούς των απατεώνων που αποκάλυψε η έρευνα παρέμεναν ανοιχτοί από την ελβετική τράπεζα επί χρόνια, ακόμη και μετά την καταδίκη των δικαιούχων τους από τα δικαστήρια και τον εγκλεισμό τους στη φυλακή.

Η ιδιωτικότητα

Επί της ουσίας, αυτό που η Credit –όπως και άλλες ελβετικές τράπεζες– «πουλούσε» στους απατεώνες ήταν το περιβόητο τραπεζικό απόρρητο για το οποίο είναι γνωστή εδώ και περισσότερο από 2 αιώνες η χώρα της κεντρικής Ευρώπης. Με το πρόσχημα της προστασίας της οικονομικής ιδιωτικότητας κάλυπτε τον ρόλο τους, επιτρέποντάς τους την υπεξαίρεση, τη διαφθορά, την κλοπή, την αποστράγγιση πολύτιμων πόρων και τη λιμοκτονία αρκετών λαών στον τρίτο κόσμο.

Υπάλληλοι της Credit που ερωτήθηκαν γιατί η τράπεζα αναλάμβανε τόσους πολλούς προβληματικούς πελάτες μίλησαν για μια εξαιρετικά τοξική εταιρική κουλτούρα που παρακινούσε την ανάληψη κινδύνου για τη μεγιστοποίηση των κερδών – και των μπόνους τους. Οπως χαρακτηριστικά ανέφεραν, «τα μπόνους συνδέονται με το πόσα καθαρά νέα χρήματα φέρνουν οι εργαζόμενοι στην τράπεζα.

«Η τράπεζα», όπως επεσήμανε πρώην ανώτερο στέλεχος, «παρέχει κίνητρα σε έναν εργαζόμενο να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο για έναν λογαριασμό που γνωρίζει ότι είναι τοξικός». «Αν [τολμήσει να] κλείσει έναν τοξικό λογαριασμό, ειδικά έναν μεγάλο λογαριασμό άνω των 20 εκατομμυρίων δολαρίων, ο τραπεζίτης αυτός θα βρεθεί σε μια βαθιά τρύπα από την οποία είναι σχεδόν αδύνατο να βγει».

Αυτό, όπως λένε άλλοι υπάλληλοι της Credit Suisse, έχει οδηγήσει σε μια κουλτούρα όπου υπάρχουν δύο ομάδες κανόνων για δύο ομάδες πελατών: τους πλούσιους και τους εξαιρετικά πλούσιους. Οταν πρόκειται για λογαριασμούς επιπέδου ενός εκατ. δολαρίων, η έρευνα για την προέλευση και το ποιόν των πελατών είναι ενδελεχής.

Οταν όμως πρόκειται για λογαριασμούς υψηλής καθαρής αξίας, οι επικεφαλής της τράπεζας ενθαρρύνουν τους υπαλλήλους τους να παραβλέπουν, ενώ εκφοβίζουν τους διαχειριστές των λογαριασμών για τα μπόνους τους και την εργασιακή τους ασφάλεια. Επιπλέον, οι πολύ μεγάλοι λογαριασμοί διατηρούνται τόσο μυστικοί που μόνο λίγα ανώτερα στελέχη της τράπεζας γνωρίζουν σε ποιον ανήκουν.

Σε αυτά, άλλωστε, θα απευθυνθεί κάποιος που έχει καταχραστεί και θέλει να κρύψει τα κλοπιμαία του. Το σύστημα αυτό βασίστηκε και συνεχίζει να στηρίζεται σε μια εύλογη δυνατότητα άρνησης. Στους υπαλλήλους παρέχονται αυστηροί κανόνες, αλλά το κίνητρο που τους δίνεται είναι να τους αγνοούν. Το μότο αυτής της πρακτικής είναι: «ποτέ μην κάνεις μια ερώτηση [για κάποιον σημαντικό πελάτη] στην οποία δεν θέλεις να γνωρίζεις την απάντηση».

«Επιλεκτική πληροφόρηση»

Η Credit Suisse διαχειρίζεται σήμερα περιουσιακά στοιχεία αξίας μεγαλύτερης του 1,6 τρισ. ελβετικών φράγκων. Απασχολεί περίπου 50.000 υπαλλήλους. Εξ αυτών οι 3.500 είναι διασκορπισμένοι σε όλον τον κόσμο και εστιάζουν στην εξεύρεση και εξυπηρέτηση πλούσιων πελατών. Με ανακοίνωσή της η ελβετική τράπεζα απέρριψε τους ισχυρισμούς της έρευνας. Υποστήριξε ότι βασίστηκαν σε επιλεκτική πληροφόρηση και σε μεγάλο βαθμό αφορούσαν το παρελθόν.

Ας σημειωθεί ότι μετά το 2018 η Ελβετία αναγκάστηκε να μοιράζεται με τις φορολογικές αρχές άλλων χωρών τα στοιχεία των πελατών της. Ωστόσο αυστηροποίησε τις ποινές για τη διαρροή δεδομένων. Ενας μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος ή ένας δημοσιογράφος που αποκαλύπτει κινδυνεύει πλέον έως και με 5 χρόνια φυλακή. Οι τραπεζίτες αναζήτησαν, ακόμη, λύσεις που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να κρύβουν τον πλούτο των πιο ενδιαφερόντων πελατών, εκείνων δηλαδή που τους αποφέρουν τα περισσότερα κέρδη. Σε αυτές εντάχθηκαν και μορφές όπως τα οικογενειακά ιδρύματα ή το αγγλοσαξονικό καταπίστευμα.

Οι εντιμότατοι «πελάτες» της άμεμπτης ελβετικής τραπεζας

  1. Ο Σέρβος Ροντολιούμπ Ραντούλοβιτς φέρεται ότι ήταν ανώτερο μέλος διαβόητου βαλκανικού καρτέλ διακίνησης ναρκωτικών. Διατηρούσε στη δεκαετία του 2000 δύο λογαριασμούς αρκετών εκατομμυρίων στην Credit Suisse, παρότι είχε παραπεμφθεί για χρηματιστηριακές απάτες στις ΗΠΑ ήδη από το 2001. Ο ένας εκ των δύο λογαριασμών φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για ξέπλυμα χρήματος από συναλλαγές ναρκωτικών. Καταδικάστηκε πρόσφατα σε 10 χρόνια φυλακή από δικαστήριο του Βελιγραδίου για τον ρόλο του σε σχήμα μεταφοράς κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική.
  2. Ο Γερμανός δικηγόρος Εντουαρντ Σέιντελ, πρώην υπάλληλος της Siemens, καταδικάστηκε το 2008 για δωροδοκίες πολιτικών στη Νιγηρία με σκοπό τη διασφάλιση συμβάσεων για λογαριασμό της εταιρείας του. Ωστόσο οι λογαριασμοί του στην Credit Suisse παρέμειναν ενεργοί τουλάχιστον έως την περασμένη δεκαετία. Κάποια στιγμή και αφού είχε αποχωρήσει από τη Siemens ένας λογαριασμός του είχε 54 εκατ. ελβετικά φράγκα.
  3. Ο Σουηδός Στέφαν Σέντερχολμ, τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, άνοιξε λογαριασμό στην Credit Suisse τo 2008 και κατάφερε να τον διατηρήσει για 2,5 χρόνια μετά την καταδίκη του σε ισόβια για σωματεμπορία στις Φιλιππίνες. Το έγκλημά του ήρθε για πρώτη φορά στο φως το 2009, όταν η αστυνομία της Μανίλας πραγματοποίησε έφοδο στα γραφεία ειρηνευτικής οργάνωσης και ανακάλυψε 17 γυναίκες που πραγματοποιούσαν διαδικτυακά sex show για ξένους πελάτες.
  4. Εχοντας ανοίξει τραπεζικούς λογαριασμούς στην Credit Suisse, την Barclays και άλλες ξένες τράπεζες, η Rza και ο Seymur Talibov έλαβαν πάνω από 20 εκατομμύρια δολάρια σε ύποπτες μεταβιβάσεις χρημάτων σε μια περίοδο που ο λαός της αζέρικης περίκλειστης επαρχίας Νακχιβάν υπέφερε υπό τη δικτατορία του πατέρα τους. Οι μεταβιβάσεις αποτελούσαν τμήμα πλυντηρίου ξεπλύματος χρήματος. Τα επόμενα χρόνια τα δύο αδέλφια αγόρασαν ακίνητα στο Ντουμπάι και τη Γεωργία αξίας 63 εκατ. δολαρίων
  5. Η σύζυγος και ο γιος του σημερινού προέδρου του Καζακστάν Κασίμ-Τζομάρτ Τοκάγεφ, που έπνιξε την πρόσφατη εξέγερση στη χώρα του στο αίμα, είχαν ελβετικό τραπεζικό λογαριασμό ήδη από το 1998 – όταν οι περισσότεροι Καζάχοι ζούσαν στη φτώχεια και αυτός ήταν υπουργός Εξωτερικών. Ο λογαριασμός είχε 1 εκατομμύριο δολάρια στο αποκορύφωμά του. Οι Τοκάγεφ είχαν επίσης μυστικές υπεράκτιες εταιρείες στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους που έλεγχαν μια βρετανική εταιρεία με περιουσιακά στοιχεία αξίας 5 εκατομμυρίων δολαρίων. Στην κατοχή τους υπάρχουν διαμερίσματα γύρω από τη λίμνη της Γενεύης και στη Μόσχα, αξίας τουλάχιστον 7,7 εκατομμυρίων δολαρίων.
  6. Ο βασιλιάς της Ιορδανίας Αμπντουλάχ ο δεύτερος και η σύζυγός του Ράνια φέρονται ότι είχαν 6 τραπεζικούς λογαριασμούς στην Credit. Δύο εξ αυτών τους άνοιξαν το 2011, στη διάρκεια της «αραβικής άνοιξης» και ο ένας είχε καταθέσεις μεγαλύτερες από 230 εκατ. ελβετικά φράγκα. Στη δεκαετία που ακολούθησε και ενώ ο Αμπντουλάχ μετακινούσε τεράστια ποσά στους λογαριασμούς του, η οικονομία της χώρας του συρρικνώθηκε, η φτώχεια και η ανεργία εκτοξεύτηκαν. Το ΔΝΤ κλήθηκε να σώσει τη χώρα, με αποτέλεσμα περικοπές στην κοινωνική πρόνοια και δυσβάσταχτη λιτότητα.
  7. Ο Πάβλο Λαζαρένκο ήταν πρωθυπουργός της Ουκρανίας μεταξύ 1997-1998. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία υπεξαίρεσε από τα κρατικά ταμεία 200 εκατ. δολάρια. Εναν μήνα πριν παραιτηθεί, άνοιξε τον έναν από τους δύο λογαριασμούς του στην Credit. Καταδικάστηκε στις ΗΠΑ για διαφθορά σε 9 χρόνια φυλακή το 2006 για μίζες που πήρε από Ουκρανούς επιχειρηματίες.
  8. Οι γιοι τού επί 3 δεκαετίες Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ, Αλαά και Γκαμάλ, με επιχειρηματικές δυναστείες στη χώρα της Αφρικής, άνοιξαν τους πρώτους τους λογαριασμούς το 1993. Ως το 2010 μόνο ο λογαριασμός του Αλαά είχε 232 εκατ. ελβετικά φράγκα. Αιγυπτιακό δικαστήριο τους καταδίκασε μετά την «αραβική άνοιξη» σε τρία χρόνια φυλακή για διαφθορά.

Η αποκαλυπτική έρευνα

Η παγκόσμια δημοσιογραφική έρευνα Suisse Secrets βασίστηκε στη διαρροή δεδομένων τα οποία αφορούσαν περισσότερους από 18.000 τραπεζικούς λογαριασμούς στην ελβετική τράπεζα Credit Suisse. Τα στοιχεία διέρρευσαν σε δύο δημοσιογράφους της γερμανικής εφημερίδας Süddeutsche Zeitung από άγνωστο πληροφοριοδότη και αποτελούν μία μόνο μερική καταγραφή του 1,5 εκατ. πελατών της τράπεζας. Συνδέονται με πάνω από 30.000 πελάτες αυτής και περιλαμβάνουν προσωπικούς, κοινόχρηστους και εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Σχεδόν 200 λογαριασμοί βρέθηκαν να έχουν υπόλοιπο μεγαλύτερο των 100 εκατ. ελβετικών φράγκων έκαστος. Ενώ ορισμένοι λογαριασμοί ήταν ενεργοί ήδη από τη δεκαετία του 1940, πάνω από τα 2/3 αυτών άνοιξαν μετά το 2000. Πολλοί εξ αυτών παρέμεναν ενεργοί στην τελευταία δεκαετία, ενώ ένα μέρος τους είναι ενεργό και σήμερα. Για την έρευνα συνεργάστηκαν πάνω από 48 εφημερίδες, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και άλλα ΜΜΕ και περισσότεροι από 150 δημοσιογράφοι.