ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Ψαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας εξελίσσεται η σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Κίνας. Από τη μία οι Βρυξέλλες κρίνουν ότι το Πεκίνο είναι ένας κρίσιμος εταίρος, με τον οποίο η συνεργασία και ο διάλογος πρέπει να συνεχιστούν. Από την άλλη όμως, η Ε.Ε. διαπιστώνει ότι η τρέχουσα κατάσταση της εμπορικής και επενδυτικής σχέσης δεν είναι βιώσιμη.

Στη «συζήτηση προσανατολισμού» που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή σε επίπεδο Κολεγίου των Επιτρόπων, η επίσημη ανακοίνωση της Επιτροπής μιλούσε ξανά για ελαχιστοποίηση των κινδύνων (de-risking) και όχι διακοπή των σχέσεων (de-coupling) μεταξύ Ε.Ε. και Κίνας.

Το non paper των «5»

Ωστόσο, πέντε χώρες της Ε.Ε. (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Λιθουανία και Ολλανδία) συνυπέγραψαν ένα non paper με το οποίο ζητούν από την Κομισιόν πιο επιθετική εμπορική πολιτική απέναντι στις κινεζικές πρακτικές. Το έγγραφο δεν αναφέρεται ευθέως στην Κίνα, αλλά μιλάει για την ανάγκη χρήσης των εργαλείων εκείνων που θα προστατεύσουν την Ε.Ε. στην αντιμετώπιση της υπερπαραγωγής και των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών.

Μεγάλη απούσα στην υπογραφή του non paper η Γερμανία, που η στάση της είναι αμφίθυμη: από τη μια οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες που παράγουν και πουλάνε αυτοκίνητα στην Κίνα δεν θέλουν να αλλάξει η στάση της Ε.Ε., από την άλλη οι βιομηχανίες παραγωγής εξαρτημάτων θέλουν ενεργή δράση και αυστηροποίηση από πλευράς Ευρώπης!

Από την πλευρά της, η Κίνα προειδοποιεί ότι θα λάβει άμεσα αντίμετρα εάν η Ε.Ε. προχωρήσει σε προτεινόμενα εργαλεία που στοχεύουν στην πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγική ικανότητα της χώρας. Ανάρτηση σε λογαριασμό κοινωνικής δικτύωσης που συνδέεται με τον κρατικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα υποδηλώνει ότι η Κίνα μπορεί να ξεκινήσει έρευνες κατά των διακρίσεων και για την ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, αναφέροντας τα γαλλικά καλλυντικά ως πιθανό στόχο ελέγχου, αλλά επίσης το κρέας, τα αλκοολούχα ποτά και τα είδη πολυτελείας – ως εξαγωγές της Ε.Ε. που κατέχουν σημαντικό μερίδιο αγοράς στην Κίνα.

Σχέσεις χειρότερες από ποτέ

Για τη δύσκολη σχέση Ε.Ε.-Κίνας ρωτήσαμε τον Φίνμπαρ Μπέρμιγκαμ, επικεφαλής ανταποκριτή από τις Βρυξέλλες της εφημερίδας South China Morning Post, που είναι μια από τις κορυφαίες και ιστορικότερες αγγλόφωνες εφημερίδες και ενημερωτικές πλατφόρμες του Χονγκ Κονγκ.

«Παρότι πολλοί παραπλανιούνται από το γεγονός ότι έχουν γίνει πολλές επισκέψεις στην Κίνα από Ευρωπαίους ηγέτες πρόσφατα, η σχέση μεταξύ Ε.Ε.-Κίνας είναι σε κακή φάση. Το σημαντικό σημείο καμπής ήταν ο Covid, αλλά μετά είχαμε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη σχέση της Κίνας με τη Ρωσία. Και αυτά τα δύο ήταν χτυπήματα στη σχέση», εξηγεί ο Μπέρμιγκαμ.

Ωστόσο, τους τελευταίους 12 μήνες, το κύριο πρόβλημα είναι το εμπόριο, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και οι στρεβλώσεις εξαιτίας των επιλογών της κινεζικής κυβέρνησης, τα οποία συνδέονται, όπως μας εξηγεί. «Πριν από αρκετά χρόνια, η κινεζική κυβέρνηση αποφάσισε ότι δεν θέλει να στηρίξει πλέον τον τομέα των ακινήτων επειδή ήταν μια φούσκα. Οπότε τα χρήματα έπρεπε να πάνε κάπου αλλού. Αρχισαν λοιπόν να τα διοχετεύουν σε αυτό που περιγράφουν ως νέες παραγωγικές δυνάμεις στην οικονομία, τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μπαταρίες και τέτοια πράγματα. Οπότε εκεί έχουμε πολλές επιδοτήσεις», εξηγεί.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα κατάφερε να ανταγωνιστεί την Ευρώπη όχι μόνο στην τιμή, αλλά συχνά και στην ποιότητα, «κάτι που είναι ένα μέρος της ιστορίας που συχνά παραλείπεται. Η δυναμική στην Κίνα είναι τέτοια που αντιπροσωπεύει το 30% της βιομηχανικής παραγωγής, σχεδόν το ένα τρίτο όλων όσων κατασκευάζονται στον κόσμο! Και εκτιμάται ότι αυτό θα αυξηθεί έως το 2045», συμπληρώνει.

Το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι η Κίνα αντιπροσωπεύει μόνο το 13% της παγκόσμιας κατανάλωσης, συνεπώς υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ αυτού που παράγει η Κίνα και αυτού που μπορεί να καταναλώσει. Οπότε εξάγει. Και μάλιστα κυρίως στην Ευρώπη, αλλά λόγω επιδοτήσεων της κυβέρνησης, σε τιμές που οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές απλά δεν μπορούν να ανταγωνιστούν.

Οι Βρυξέλλες αναζητούν νέους τρόπους διαχείρισης της σχέσης. Είτε με διαφοροποίηση των προμηθευτών, είτε με το εργαλείο για τις χώρες που απειλούν την κοινή αγορά, είτε με νέες πολιτικές, όπως για τα μικροτσίπ (παρουσιάζεται αυτήν την εβδομάδα), που θα μειώσουν την εξάρτηση από το Πεκίνο.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον ασκεί έντονες πιέσεις στην Ε.Ε. να ευθυγραμμιστεί με τους δικούς της αυστηρούς ελέγχους εξαγωγών. Πλέον όμως είναι σαφές ότι το de-resking δεν αρκεί – η ιδέα είχε προκύψει σε μεγάλο βαθμό ως μια πιο ήπια, ευρωπαϊκή απάντηση στην αμερικανική απαίτηση για πλήρη αποσύνδεση («decoupling») από την Κίνα.

Η συζήτηση των επιτρόπων πυροδοτεί το όπλο εκκίνησης σε μια συζήτηση που θα συνεχιστεί στις συνόδους κορυφής των G7 και της Ε.Ε. τον επόμενο μήνα. Στόχος της Ευρώπης είναι η στρατηγική της αυτονομία. Ή αλλιώς η ενηλικίωσή της.