Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εννέα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, συντάσσονται επί της ουσίας, με τον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και κατά της συντριπτικής πλειοψηφίας των καταναλωτών ενέργειας στη Γηραιά Ήπειρο, μόλις μία ημέρα πριν την έκτακτη συνεδρίαση των αρμόδιων υπουργών, γι’ αυτόν τον σκοπό στο Λουξεμβούργο. 

Οι εννέα αυτές ευρωπαϊκές χώρες ενώνουν τις δυνάμεις τους για να δηλώσουν ότι δεν θα υποστηρίξουν την αναδιαμόρφωση της αγοράς ενέργειας, ταυτιζόμενες σχεδόν με τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής ενέργειας, οι οποίες έχουν συστήσει μια ιδιότυπη συμμαχία με τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, που κι αυτές από την πλευρά τους πιέζουν για μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους, υπογραμμίζοντας ότι οι ίδιοι είναι πλέον όχι αφανής αλλά κυρίαρχος και απαιτητικός παράγοντας του παζαριού. 

«Δεδομένου ότι οι αυξήσεις των τιμών επηρεάζονται από παγκόσμιους παράγοντες, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί πριν αναμειχθούμε στο σχεδιασμό των εσωτερικών αγορών ενέργειας», έγραψαν οι εννέα χώρες (το Λουξεμβούργο, η Αυστρία, η Γερμανία, η Δανία, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία, η Λετονία και η Ολλανδία) σε επιστολή τους που δημοσιεύθηκε σήμερα. 

Σε αυτήν, οι υπογράφουσες χώρες υπερασπίζονται την ελεύθερη αγορά και απορρίπτουν κάθε «ad hoc μεταρρύθμιση» που μπορεί να επηρεάσει τους υφιστάμενους κανόνες. Αντίθετα, οι εννέα υποστηρίζουν «προσωρινές και στοχευμένες εθνικές δράσεις» για την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών και των ταλαιπωρημένων εταιρειών που μπορούν να λειτουργήσουν όλο τον χειμώνα και στη συνέχεια να καταργηθούν σταδιακά την άνοιξη, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου αναμένεται να μειωθούν.

Επίσης υποστήριξαν ότι οι διαφανείς και ανταγωνιστικές αγορές αποτελούν την εγγύηση για ανταγωνιστικές τιμές προς τους τελικούς χρήστες.

«Χρειαζόμαστε μια καλά ενοποιημένη ενεργειακή αγορά στην Ε.Ε. που να λειτουργεί με βάση τους μηχανισμούς της αγοράς και τις καλές διασυνδέσεις ως μέρος της λύσης για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε κραδασμούς τιμών», ανέφεραν επίσης, ζητώντας την περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Συγκεκριμένα, η ομάδα των εννέα υποστηρίζει ότι, αντί να επιδιώξει μεταρρυθμίσεις, η Ε.Ε. θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην προώθηση «μηχανισμών αγοράς» και στη διασύνδεση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών για να καταστήσει το μπλοκ πιο έτοιμο να αντέξει τις κρίσεις τιμών.

«Μια καλά διαχειριζόμενη ενεργειακή μετάβαση δεν είναι η αιτία, αλλά μέρος της λύσης για να διατηρηθούν οι τιμές προσιτές και προβλέψιμες», γράφουν. Τις τελευταίες εβδομάδες, χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία επιτέθηκαν στις πολιτικές της Ε.Ε. για το κλίμα. επειδή υποτίθεται ότι επιδείνωσαν την ενεργειακή κρίση.

Υπενθυμίζεται ότι όλοι οι ηγέτες της Ε.Ε. έχουν παραδεχθεί την ύπαρξη ενεργειακής κρίσης που επηρεάζει τους λογαριασμούς των καταναλωτών και των επιχειρήσεων, ωστόσο έχει αποδειχθεί προβληματική η δημιουργία μιας κοινής απάντησης στα 27 κράτη-μέλη, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αντίκτυπός της.

Με την αύξηση των τιμών της ενέργειας να αναμένεται να διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη, τα κράτη μέλη συμφώνησαν την περασμένη εβδομάδα ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν μια σειρά μέτρων που προτείνονται από τον εκτελεστικό βραχίονα της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των αναβολών πληρωμής λογαριασμών και των φορολογικών μειώσεων, για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων.

Ωστόσο, προέκυψε μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των χωρών που ζητούν μια ενδελεχή μεταρρύθμιση της ενεργειακής αγοράς –ανάμεσά τους Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα, Ρουμανία και Τσεχία– και εκείνων που μιλούν προσωρινή κρίση που δεν απαιτεί ριζικές αλλαγές στην αγορά.

Ο κύριος λόγος πίσω από την απότομη άνοδο είναι η αυξημένη παγκόσμια ζήτηση για ενέργεια, και ειδικότερα φυσικό αέριο. Σύμφωνα με αξιωματούχους της Ε.Ε., οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 170% από την αρχή του έτους.

Μεταξύ των προτάσεων που υπέβαλε η Ισπανία είναι η ιδέα δημιουργίας κοινού προγράμματος προμηθειών για αποθέματα φυσικού αερίου. Επί του παρόντος, η Ε.Ε. εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εισαγόμενο αέριο, κυρίως από τη Ρωσία.