Η Παγκόσμια Τράπεζα με μελέτη της καλεί τα κράτη να εξασφαλίσουν με προοδευτική νομοθεσία ίσες ευκαιρίες για πρόσβαση στην αγορά εργασίας στις γυναίκες. Όπως σημείωνει, οι περιορισμοί που υφίστανται οι γυναίκες όσον αφορά τις δυνατότητες να εργαστούν ή να ιδρύσουν επιχειρήσεις βλάπτει την παγκόσμια οικονομία και την οικονομική ισότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας η έλλειψη επαρκούς νομοθεσίας που να προστατεύει τις γυναίκες και τα κορίτσια από την ενδοοικογενειακή βία, τη σεξουαλική παρενόχληση στους χώρους δουλειάς, αλλά και την ισότητα των αμοιβών τις θέτει σε μειονεκτική θέση.
Η έρευνα παρακολουθεί τις οικονομίες 189 χωρών και διαπιστώνει ότι οι γυναίκες βρίσκονται αντιμέτωπες με μεγάλα εμπόδια τα οποία τις κρατούν μακριά από την εργασία, την επιχειρηματικότητα, τη δυνατότητα εξασφάλισης πιστώσεων, ακόμη και από τον έλεγχο της περιουσίας που αποκτάται από τα ζευγάρια μέσα στον γάμο.
«Δυστυχώς», σημειώνεται στην έκθεση, «οι νόμοι προσφέρουν ευθείς και ανοιχτούς δρόμους για τους άνδρες και κακοτράχαλα μονοπάτια για τις γυναίκες, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει».
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρατάμε τις γυναίκες μακριά από συγκεκριμένα επαγγέλματα ή από τη δυνατότητα να είναι ιδιοκτήτριες επιχειρήσεων. Το μήνυμα είναι απλό: Χωρίς γυναίκες δεν υπάρχει ανάπτυξη».
Ως παράδειγμα -ένα από τα πολλά- αναφέρεται η Ισημερινή Γουινέα, όπου οι νόμοι είναι τόσο αναχρονιστικοί ώστε μια γυναίκα χρειάζεται την υπογραφή του συζύγου της ή την ευλογία άνδρα συγγενούς για να μπορέσει να εξασφαλίσει εργασιακή θέση, να πάρει δάνειο ή να αγοράσει ένα σπίτι.
Σε 104 οικονομίας, συνολικά 2,7 δισ. γυναίκες είναι αποκλεισμένες από νυχτερινά επαγγέλματα ή θέσεις εργασίας στις κατασκευές, την ενέργεια, τον αγροτικό τομέα.
Σύμφωνα με την Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, γενική διευθύντρια της Παγκόσμιας Τράπεζας, «καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο πλήρες μέγεθος των δυνατοτήτων της αν δεν είναι πλήρως ενεργοί οικονομικά τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες».
Ωστόσο, σε ποσοστό μεγαλύτερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού, «οι γυναίκες εξακολουθούν να εμποδίζονται από το να απασχοληθούν σε διάφορα επαγγέλματα μόνο και μόνο λόγω του φύλου τους. Η έρευνα δείχνει ότι όπου εξασφαλίζεται διά νόμου η ισότητα των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, περισσότερες γυναίκες εργάζονται και κερδίζουν περισσότερα αναλογικά με τους άνδρες».
Ακόμη μία διαπίστωση της μελέτης είναι ότι υπάρχουν ακόμη 45 χώρες -σε σύνολο 189- που δεν υπάρχουν νόμοι που να προστατεύουν τα θύματα ενδοικογενειακής βίας ή σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Μεταξύ αυτών είναι το Αφγανιστάν, η Μιανμάρ και η Ρωσία.
Σύμφωνα με τον Σάντα Ντεβαρατζάν γενικός διευθυντής του Οργανισμού, το κίνημα #MeToo θα μπορούσε να ωφελήσει τις γυναικες στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
«Το να δώσουμε στις γυναίκες ίσες ευκαιρίες είναι ηθική και οικονομική αναγκαιότητα η αναίρεση των νόμων που επιβάλουν διακρίσεις είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα», συμπληρώνει.
Σε μια κλίμακα από το 0 έως το 100, όπου μετρώνται στοιχεία όπως το θεσμικό πλαίσιο, η δυνατότητα εκμετάλλευσης της περιουσίας τους, η δυνατότητα απασχόλησης, η πρόσβαση σε πιστώσεις και η προστασία από τη βία, καλύτερα αποτελέσματα έχουν πετύχει χώρες όπως η Βρετανία, η Νέα Ζηλανδία και η Ισπανία, ενώ 21 οικονομίες -κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική, τη Μέση ανατολή και τη Βόρεια Αφρική- πέτυχαν βαθμολογία ίση με το μηδέν.
Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπ΄ρχειούτε μία χώρα που να πετυχαίνει 100.
Τέλος, διαπιστώνεται -βάσει και άλλων ερευνών- ότι η εφαρμογή νομοθεσίας που προωθεί την ισότητα των φύλων μπορεί να έχει σημαντικό θετικό αντίκτυπο για να κερδίσουν ελευθερία και οικονομική αυτονομία οι γυναίκες, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι το οικονομικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων προκαλεί κατά μέσο όρο απώλεια εισοδήματος της τάξης του 15% στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, εκ του οποίυ το 40% οφείλεται στο χάσμα ευκαιριών στην επιχειρηματικότητα μεταξυ των δύο φύλων.
Οι απώλειες αυτές είναι σαφώς υψηλότερες στις αναπτυσσόμενες χώρες.
