Ολη αυτή η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα υπόθεση των παρακολουθήσεων, από την ΕΥΠ, του μισού υπουργικού συμβουλίου, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων κ.λπ. και η πεισματική άρνηση του πρωθυπουργού ότι ήταν ενήμερος για όλα, μου θυμίζει, κυρίες και κύριοι, ένα άλλο σκάνδαλο που είχε συνταράξει τις ΗΠΑ στο τέλος της 10ετίας του 1990: το σκάνδαλο Κλίντον – Λουίνσκι.
Η υπόθεση με λίγα λόγια ήταν η εξής: Ο τότε πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εποχής, είχε σεξουαλικές σχέσεις, μέσα στον Λευκό Οίκο, με μια 22 ετών μαθητευόμενη γραμματέα. Οπως ήταν φυσικό, χάλασε ο κόσμος· και όλα τα ΜΜΕ ακολούθησαν με νέα ρεπορτάζ και νέες λεπτομέρειες για τα όσα συνέβαιναν στο γραφείο του προέδρου – και κάτω απ’ αυτό. Οι εκπρόσωποι του Λευκού Οίκου, όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, διέψευσαν τα πάντα.
Αλλά το θέμα δεν ξεθύμαινε, αντίθετα φούντωνε επικίνδυνα για τον 47χρονο πρόεδρο. Η νεαρή «πέτρα του σκανδάλου» μιλούσε ανοιχτά στον Τύπο, αλλά δεν υπήρχαν αδιάσειστες αποδείξεις. Ηταν ο λόγος της απέναντι στον λόγο του προέδρου. Ποιον θα πίστευε ο κόσμος; Ετσι, για να σταματήσει η συζήτηση, ο πρόεδρος Κλίντον βγήκε στην τηλεόραση και κοιτάζοντας κατάματα τον αμερικανικό λαό αρνήθηκε τα πάντα: «Δεν είχα ποτέ σεξουαλικές σχέσεις μ’ αυτήν τη γυναίκα»!
Ανέλαβε, λοιπόν, τη διερεύνηση της υπόθεσης ένας εισαγγελέας, ο Κένεθ Σταρ (που πέθανε προ ημερών, 76 ετών), ο οποίος αξιοποίησε μερικούς λεκέδες σ’ ένα ρούχο της Λουίνσκι, το οποίο φορούσε κατά τις περιπτύξεις της με τον πρόεδρο. Οι λεκέδες εξετάστηκαν και –δυστυχώς για τον πρόεδρο– προέρχονταν από αυτόν… Κατόπιν τούτου, οι Ρεπουμπλικανοί τον παρέπεμψαν στη Γερουσία για ψευδορκία, ζητώντας να εφαρμοστεί η διαδικασία του «ινπίτσμεντ», δηλαδή η έκπτωσή του από το αξίωμα του προέδρου. Παρότι, σε νέα εμφάνισή του στην τηλεόραση, είχε ζητήσει συγγνώμη για το ψέμα του.
Την εποχή εκείνη, οι Ρεπουμπλικανοί ζητούσαν να βομβαρδίσει το ΝΑΤΟ τη Σερβία, ενώ οι Δημοκρατικοί και ο πρόεδρος Κλίντον διαφωνούσαν. Φαίνεται ότι πάνω στο θέμα αυτό υπήρξε διαπραγμάτευση και, τελικά, ο μεν πρόεδρος αθωώθηκε από τη Γερουσία για την ψευδορκία του, αλλά έδωσε το ΟΚ στο ΝΑΤΟ να αρχίσει να βομβαρδίζει τη Σερβία. Ετσι, αμέσως μετά την αθώωσή του άρχισαν οι βομβαρδισμοί…
● Ο Ταρζανάκος μου κάνει πολύ καλά και συνδέει τα δύο σκάνδαλα, διότι και στα δύο οι πρωταγωνιστές τους αρνούνται πεισματικά τις ευθύνες τους. Και αν ο Κλίντον παραπέμφθηκε για ηλίθια τσιλιμπουρδίσματα, ο κ. Μητσοτάκης κατηγορείται βάσιμα για «σίκουελ» της ταινίας «Οι ζωές των άλλων», με θέμα τις παρακολουθήσεις της περιβόητης Στάζι. Και το θέμα είναι, μέχρι πότε θα αρνείται.
