ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κάλφας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το 403 π.Χ. είναι μια σημαντική χρονολογία για την αρχαία Αθήνα. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έχει μόλις τελειώσει με την ήττα της Αθήνας και μια ολιγαρχική εξουσία έχει επιβληθεί στην πόλη από τους νικητές Σπαρτιάτες, μια ολιγαρχία που λόγω της βιαιότητάς της θεωρήθηκε τυραννία – πρόκειται για τους διαβόητους «Τριάκοντα Τυράννους».

Οι Τριάκοντα περιορίζουν το δικαίωμα του πολίτη σε 3.000 Αθηναίους, ο κατάλογος των πολιτών αναθεωρείται συνεχώς κατά βούληση και οι εκτός καταλόγου μένουν απροστάτευτοι στην αυθαιρεσία της τυραννικής εξουσίας. Λέγεται, με κάποια υπερβολή, ότι οι Τριάκοντα στον έναν χρόνο της κυριαρχίας τους εξόντωσαν περισσότερους Αθηναίους από όσους χάθηκαν σε όλο τον μακροχρόνιο Πελοποννησιακό Πόλεμο. Το 403 όμως, μετά από μια σύντομη και πολύ αιματηρή εμφύλια σύρραξη, οι δημοκρατικοί επανακτούν την εξουσία. Εκτοτε η δημοκρατία θα παραμείνει το πολίτευμα της Αθήνας χωρίς καμιά διακοπή, μέχρι την υποδούλωσή της από τους Μακεδόνες του Αλέξανδρου.

Με το Αθήνα 403. Η ιστορία ως χορικό οι δύο Γάλλοι ιστορικοί επιχειρούν μια εγκάρσια τομή στο συνεχές της πιο ταραγμένης περιόδου στην ιστορία της Αθήνας. Η σύγκρουση δημοκρατικών και ολιγαρχικών, που, όπως έχει δείξει ο Θουκυδίδης, καθορίζει την πολιτική ατμόσφαιρα στην Ελλάδα του 5ου αιώνα, παίρνει ακραία μορφή όταν γίνεται εμφύλια σύγκρουση – το αρχέτυπο είναι πάλι η περιγραφή του Θουκυδίδη για τις τρομακτικές διαστάσεις της εμφύλιας διαμάχης στην Κέρκυρα. Ο Θουκυδίδης δεν έφτασε στην Ιστορία του μέχρι το 403 π.Χ. και έτσι οι Azoulay και Ismard αντλούν στοιχεία από όλες τις άλλες διαθέσιμες πηγές: από τα Ελληνικά του Ξενοφώντα, από την (αριστοτελικής προέλευσης) Αθηναίων Πολιτεία και από τους ρήτορες των αρχών του 4ου αιώνα, αλλά και από έμμεσες αναφορές στη λογοτεχνική γραμματεία της εποχής.

Η πληρότητα της τεκμηρίωσης είναι το πρώτο θαυμαστό χαρακτηριστικό της έρευνάς τους. Οι πολυάριθμες σημειώσεις αποτελούν σχεδόν ένα δεύτερο σύγγραμμα μέσα στο κυρίως βιβλίο. Η μελέτη μάλιστα υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής ιστορίας και προσπαθεί να φωτίσει πλευρές της ζωής ποικίλων ομάδων Αθηναίων εν μέσω εμφύλιας κρίσης. Στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου γίνεται μια ακτινογραφία των αντιμαχόμενων παρατάξεων, των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, και αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος μιας τρίτης ενδιάμεσης ομάδας, που προέρχεται και από τα δύο στρατόπεδα. Ακολουθούν άλλα επτά κεφάλαια, που προσπαθούν να διερευνήσουν πώς βιώνουν τον εμφύλιο πόλεμο όσοι δεν εμπλέκονται άμεσα σ’ αυτόν, όπως οι «ουδέτεροι», οι γυναίκες, οι μικροεπαγγελματίες και οι δούλοι. Αντλούμε λοιπόν από το βιβλίο μια πολυδιάστατη εικόνα για την Αθήνα του 403 π.Χ., την Αθήνα της στάσεως, μια εικόνα που είναι πραγματικά σφαιρική.

Στο υπόβαθρο του βιβλίου βρίσκεται η περίφημη μελέτη της Nicole Loraux Η διχασμένη πόλη (δυστυχώς εξαντλημένη η ελληνική μετάφραση, Πατάκης 2001). Εμμέσως πλην σαφώς (και κομψώς) δύο νέοι ιστορικοί παίρνουν τις αποστάσεις τους από τη Loraux. Δεν δέχονται ούτε την Αθήνα ως ενιαία και ενεργητική ολότητα (171-72) ούτε τη ριζική διχοτόμηση της πόλης εν καιρώ στάσεως σε ορκισμένους εχθρούς και φίλους (403-404). Γι’ αυτούς η Αθήνα (και κάθε Αθήνα, αφού οι αναχρονισμοί δεν απαγορεύονται στην προσέγγισή τους) είναι ένα σύνολο ομαδοποιήσεων, που βρίσκονται σε συνεχή ένταση και «διαφωνία» (404) – πρόκειται για συλλογικότητες (οι αποκαλούμενοι «χοροί»), που αλληλεπιδρούν και αναδιαμορφώνονται.

Αν αποδεχτεί κανείς τη δική τους οπτική, το καλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι το 3ο (Αρχίνος ή η νίκη των «μετριοπαθών»), όπου δείχνουν ότι η λύση της εμφύλιας σύρραξης και η επιβολή της αμνηστίας, που έδωσε τη δυνατότητα στην Αθήνα να συνεχίσει να ζει και να δημιουργεί καθ’ όλον τον 4ο αιώνα, δεν οφείλεται στην επιείκεια και τη διορατικότητα των δημοκρατικών, αλλά στην επικράτηση στην τελευταία φάση της κρίσης των «μετριοπαθών», που προέρχονταν και από τα δύο στρατόπεδα.

Αν πάλι δεν αισθάνεται άνετα με τον σχετικισμό που εισηγούνται οι Azoulay και Ismard (δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι ούτε καλοί και κακοί, οι δημοκρατικοί δεν διαφέρουν και πολύ από τους ολιγαρχικούς ούτε οι μέτοικοι από τους πολίτες), τότε ίσως αγανακτήσει με το 10ο κεφάλαιο, όπου ο διάσημος Λυσίας, από «Αθηναίος λογογράφος, πλούσιος μέτοικος και ακραιφνής δημοκράτης» (323), όπως τον θέλει η παράδοση, γίνεται απλώς «μέλος της κοινωνικής και οικονομικής ελίτ της πόλης» (369), που «δεν πρόδωσε ποτέ την τάξη του» (374). Ομολογώ ότι βρέθηκα στους αγανακτισμένους.

Δυο λόγια και για τον υπότιτλο του βιβλίου Η ιστορία ως χορικό (Une histoire chorale), που στην αγγλική έκδοση του βιβλίου γίνεται απλώς A Democracy in Crisis?. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα τη μελέτη των συγγραφέων στην Εισαγωγή του βιβλίου που αποσκοπεί να αναδείξει τη σημαίνουσα θέση που έχει η μεταφορά του Χορού (και του κορυφαίου του Χορού) στα κείμενα των Αθηναίων της εποχής και εμμέσως στο συλλογικό τους υποσυνείδητο. Θα μπορούσε να αποτελέσει ένα θαυμάσιο ερευνητικό άρθρο. Αλλά βρίσκω υπερβολικό να αναδειχτεί η μεταφορά του Χορού, όσο εδραιωμένη κι αν θεωρήσουμε ότι ήταν, σε εργαλείο γραφής της Ιστορίας, που θα υποκαταστήσει «κάθε μορφή συνόλου ή συλλογικότητας» (21), και θα οδηγήσει «στην ανάπτυξη μιας ιστορίας, που μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε χορική» (32).