Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Επιστολαγράφος ο Θοδωρής Ρακόπουλος. Μ.Φ.
Εν Θεσσαλονίκη, τη 15.08.2015
Αγαπητέ Πεθαμένε,
Ελπίζω να είσαι καλά στην υγεία σου. Προσωπικώς, διατελώ καλώς. Σου γράφω από ένα καφέ-αμάν κοντά στον Ναό Αγίου Γεωργίου Ροτόντας της ευάνδρου Θεσσαλονίκης κατάμεστα τον Δεκαπενταύγουστο στην καθαρή στάλα της μακεδονίτικης γραμμής, κι έπειτα από ευπροσήγορον εκκλησιασμό –και σκέπτομαι τις τόσες ζωές που δεν έζησα.
Κοιτώντας τη ζωή μου να περνά και προσδοκώντας μέλλουσα ζωή, κοιτώμενος: ενώ κοιτούσα ένα κορίτσι να δροσίζεται με όλους τους πιθανούς τρόπους που υπαγορεύει ο εγκιβωτισμός στο αστικό τοπίο και τη θολή μακέτα φωτός που το τελευταίο επιβάλλει, όπως πίπτεται εξ ουρανών από την Πλατυτέρα προσωπικώς. Κοιτώ και τώρα, ενώ από τις γρίλιες του παράθυρού της στο φοιτητικό ημιυπόγειο, εκεί που κοιτούσες κι εσύ πεθαμένε, συνορεύον την πάντα έκπαγλη και φιλόξενη περιοχή Ροτόντας, όπου μετανάστες πρόσφυγες μυστήριοι αναρχικοί και έτεροι επελαύνοντες στη βασιλεία του Κυρίου, όλοι με την εξαιρετική αθωότητα του πρωτάρη, του επήλυδος πληθυσμού σε βυζαντινό urbem.
Πεθαμένε, στην πόλη μας η νηπιοκρατούσα, που η κοίμησίς της σήμερον, θα έστεκε δίπλα στους ηγήτορες της ημών Χρεωθείσης, κι εμείς υπόχρεοι άπαντες, τουτέστιν υπό/Χρεοι ενώπιόν της. Νιώθω το Χρέος μου παντού, όπως όταν παίρνω επιστολόχαρτο για να σου γράψω.
Οπως μου σημείωνες στην τελευταία σου επιστολή, αυτή είναι και η προς εκκλησιασμόν στιγμή άλλωστε, όταν όλοι, όσους η άχρονη Εκκλησία χωρά, με σκυμμένο τον σβέρκο περνούν, δύο σκαλοπάτια χαμηλότερα από το επίπεδο του δρόμου, στο παλιό κι αιώνιο επίπεδο της πόλης, κείνο της εποχής της μακεδονικής δυναστείας, κείνο που γνωρίζεις εσύ όσο κανείς.
Ολοι εμείς, όσους χωρά η Εκκλησία, οι άπειροι, οι χωρίς πείρα και πέρας δηλαδή, πεθαμένε, θα βρεθούμε υπο-Χρεοι, κι όλη μαζί η μητέρα Θεσσαλονίκη θα κοιμηθεί στις αγκάλες του χρεωμένου εκκλησιάσματος και στην ευγενική στιγμή εκείνη της βυζαντινής μας συμφιλίωσης με το εθνικό κράτος των Αθηνών, που επιτέλους κι εκείνο βρέθηκε στην υπέροχο μαθητεία της κατάστασης: υπό ένα χρέος αόριστο, απροσδιόριστο και ατελεύτητο, μη ψαλιδίσιμο και κεκαρμένο, μη επαναπροσδιορίσιμο διότι αιωνίως επιστρέφον –επιτέλους, πεθαμένε, λοιπόν, θα βρεθούμε υπό την ίδια υπόχρεα στέγη,
Δεκαπενταύγουστο, στεφανωμένοι την Παναγία Σκέπη, χρεοκρατούσα, μοιροκρατούσα, Σαλονικοκρατούσα.
Οσο για το κορίτσι που με ευωχία ακόμη πλένεται, το κουδούνι του διαμερίσματός της λέει: Μαίρη. Σε χαιρετώ θερμά, σφίγγοντας το κρύο σου χέρι.
Βασίζεται στο μυθιστόρημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη «Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση» (1935).
Τελευταίο βιβλίο του Θ. Ρακόπουλου είναι η συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδα στην τσέπη» (Νεφέλη, 2015).
