ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν, πριν από λίγο καιρό, ο Κέβιν Μπάρι επισκέφτηκε την Αθήνα, στο πλαίσιο του ΑΙLF (του πρώτου διεθνούς φεστιβάλ λογοτεχνίας της Αθήνας στο Γκάζι), δήλωσε σε συνέντευξή του ότι άρχισε να γράφει το βιβλίο όταν βρήκε τον κατάλληλο ρυθμό. Για μεγάλο διάστημα «άκουγε φωνές», αλλά όταν άκουσε τη φωνή του πρωταγωνιστή ήξερε ότι είχε έρθει η ώρα του. Κάτι που είναι εμφανές σε ολόκληρο το μυθιστόρημα το οποίο διαθέτει μια υπόγεια μουσικότητα και μια ιδιαίτερη «έγνοια» για τη φράση. Και πράγματι, ο Τομ Ρουκ, ο φαινομενικά ασήμαντος κεντρικός ήρωας, ένας Ιρλανδός χαμένος στην αμερικανική ενδοχώρα του 19ου αιώνα, στο Μπιουτ της Μοντάνα -ένας τόπος όπου οι άνθρωποι μοιάζουν να επιβιώνουν με τη σκληρή δουλειά στα ορυχεία αλλά με ελάχιστες ελπίδες για το μέλλον- γράφει γράμματα για λογαριασμό άλλων, ερωτικές υποσχέσεις και γλυκόλογα επί πληρωμή. Εν τω μεταξύ καταναλώνει τη δική του ζωή με πρέζα, ποτό και με μια ακαθόριστη φιλοδοξία να ξεφύγει από τη μοίρα του. Ο Τομ έχει τη μοναδική ικανότητα να μαγεύει με τον γραπτό λόγο και τον επιστρατεύει να δελεάσει κάποια νύφη από την πατρίδα να έρθει και να παντρευτεί έναν από τους εργάτες, ενώ στον νου του σκαρώνει συνεχώς στιχάκια και τραγουδάκια για να περνάει τον καιρό του.

Δύο σχεδόν μοιραίες συναντήσεις θα τον παρασύρουν σε μια δίνη. Πρώτα, ένα άλογο: ένα πλάσμα σχεδόν μυθικό, και αμέσως μετά η Πόλλυ, μια γυναίκα που φτάνει στο χωριό για έναν προσυμφωνημένο γάμο. Η στιγμή που τα βλέμματά τους συναντιούνται έχει κάτι το απόκοσμο, σαν να παγώνει ο χρόνος για να επιτρέψει να εμφανιστεί κάτι μοιραίο και απόλυτο που, για πρώτη φορά, μοιάζει αναπόφευκτο και για τους δυο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ιδιαιτερότητα του βιβλίου. Η αγάπη εδώ δεν εξιδανικεύεται· δεν σώζει, δεν εξυψώνει, δεν υπόσχεται ένα μέλλον. Είναι ένα γεγονός σχεδόν τυχαίο, μια σύμπτωση που αποκτά βαρύτητα επειδή λαμβάνει χώρα σε έναν κόσμο όπου όλα τα υπόλοιπα είναι ρευστά και άχαρα.

Ο Τομ και η Πόλλυ ζουν μέσα σε ένα παρόν που μοιάζει ήδη καταδικασμένο, έναν χειμώνα αδιαπέραστο, που όμως επιμένουν να τον αγνοούν. Ακολουθεί η αναπόφευκτη φυγή με το άλογο που δεν ξέρουν πώς να ιππεύουν και με χρήματα που δεν είναι δικά τους. Ο Τομ και η Πόλλυ θα διασχίσουν έναν κόσμο όπου το κωμικό και το σκοτεινό εναλλάσσονται ακατάπαυστα. Ο Μπάρι κατορθώνει να γράψει ένα γουέστερν που δεν ανήκει απόλυτα στο είδος, παρωδία αλλά ταυτόχρονα και τραγωδία, ένα αφήγημα που σε κάνει να γελάς αλλά την ίδια στιγμή σε κυριεύει μια αβάσταχτη θλίψη, κι όλα αυτά με μια συγκλονιστική ποιητικότητα. Κι αυτό, θαρρώ, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του βιβλίου.

Η γλώσσα ακροβατεί και ισορροπεί οριακά ανάμεσα στην πεζότητα και στον λυρισμό. Μια φράση μπορεί να ξεκινήσει σαν μελωδικό τραγούδι και να καταλήξει σε κάτι που θυμίζει προσευχή. Ο Μπάρι δεν γράφει απλώς μια ιστορία, ντύνει τη φράση του με ρυθμό που παρασύρει τον αναγνώστη συχνά πέρα ακόμα και από την πλοκή, όπως τα τραγουδάκια που σκαρώνει ο Τομ:

«Ο δρόμος έβλεπε τώρα τον Τομ να λάμπει αναγεννημένος. Ο Τομ βάδιζε ανάμεσα σε πρόσωπα και ώμους και καπέλα και στόματα και ουρανό. Βγήκε για μια στιγμή από το σώμα του. Η έξοδος αυτή είχε κάτι το υπερβατικό. Είδε τον εαυτό του κάτω χαμηλά, καθώς έκοβε βόλτες μέσα στη βραδινή κίνηση, με τους ώμους του σφιγμένους από την έξαψη και το πάθος, και τα χείλη του να σιγοψιθυρίζουν.

Κι αν την Πόλλυ συναντούσα μες στο δάσος/ Ενα φιλί θα της έδινα σκαστό/ Γιατί μόνο αυτό θα της κάνει καλό/ Κι ένα τσαγάκι για το πρωινό».

Η μετάφραση του Δημήτρη Καρακίτσου μάς προσφέρει σχεδόν ακέραιη την απόλαυση του πρωτότυπου.